* Το κρίσιμο ερώτημα είναι: Ποιος θα δουλεύει, ποιος θα παράγει, ποιος θα καταναλώνει και ποιος θα στηρίζει τις κοινωνικές υπηρεσίες ότα...
Τα τελευταία χρόνια ένα αθόρυβο αλλά άκρως επικίνδυνο φαινόμενο απειλεί το μέλλον της Δυτικής Ελλάδας. Πίσω από την πλούσια αγροτική παραγωγή της Ηλείας και της Αιτωλοακαρνανίας, τις μοναδικές φυσικές ομορφιές και το βαρύ ιστορικό και ακαδημαϊκό αποτύπωμα της Αχαΐας, κρύβεται μια σκληρή αριθμητική πραγματικότητα.
Πρόκειται για τον πληθυσμό της Περιφέρειας που γερνάει, τα χωριά που αδειάζουν, τους νέους να εγκαταλείπουν την αγροτιά και τα σχολεία που είτε κλείνουν είτε βλέπουν τις αίθουσές τους να συρρικνώνονται χρόνο με τον χρόνο. Η δημογραφική κρίση – και δεν πρέπει να κλείνουμε τα μάτια – δεν είναι μια αόριστη εθνική απειλή ή ένα σενάριο του μέλλοντος, αλλά μια καθημερινότητα που πλήττει (και) την δική μας Περιφέρεια.
Η σκληρή ακτινογραφία των αριθμών
Αν κάποιος αναλύσει τα νεότερα στατιστικά στοιχεία η εικόνα είναι αποκαλυπτική, καθώς η Δυτική Ελλάδα βιώνει μια σταθερή και επικίνδυνη δημογραφική διολίσθηση, με το φυσικό ισοζύγιο να παραμένει δραματικά αρνητικό.
Η Δυτική Ελλάδα αντικατοπτρίζει το οξύ εθνικό αδιέξοδο, όπου οι γεννήσεις σε όλη τη χώρα κινούνται σε επίπεδα πολύ χαμηλότερα από τους θανάτους. Σύμφωνα με τα στοιχεία, οι γεννήσεις, πανελλαδικά, φτάνουν περίπου τις 70.000 τον χρόνο, ενώ οι θάνατοι ξεπερνούν τις 125.000. Αυτό ισοδυναμεί με την εξαφάνιση μιας μεσαίας πόλης της περιφέρειάς μας, όπως είναι η Αμαλιάδα, το Αίγιο ή η Ναύπακτος.
Την ίδια στιγμή, ο πληθυσμός άνω των 65 ετών φαίνεται να αγγίζει ή ακόμα, σε κάποιες περιπτώσεις, να ξεπερνά το 23% του συνολικού πληθυσμού της περιφέρειας, ενώ στις ορεινές και ημιορεινές περιοχές ο μέσος όρος ηλικίας έχει ξεπεράσει τα 50 έτη, με πολλά χωριά να μην έχουν παιδιά προσχολικής ή σχολικής ηλικίας. Την ίδια ώρα, ο δείκτης γονιμότητας βρίσκεται στο 1,3 παιδί ανά γυναίκα, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος διαμορφώνεται στο 1,58.
Σύμφωνα έκθεσή του το ΙΟΒΕ (Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών) αναφέρει ότι ενώ το 2025 ο πληθυσμός της Δυτικής Ελλάδας ήταν 635.954, (648.220 το 2021), το 2050 θα μειωθεί στις 535.000 περίπου και το 2100 σε 412.000 περίπου. (Σημείωση: Πρόκειται για δημογραφικές προβολές υπό συγκεκριμένες παραδοχές).
Σε ό,τι αφορά την Ηλεία, ενώ η απογραφή του 2011 κατέγραψε 159.300 μόνιμο πληθυσμό, δέκα χρόνια αργότερα, δηλαδή το 2021 κατέγραψε μείωση 6,2%, δηλαδή 149.350 μόνιμους κατοίκους.
Οικονομική ασφυξία και η φυγή των νέων
Το πρόβλημα της φυγής, ιδιαίτερα των νέων ανθρώπων, από τη Δυτική Ελλάδα συνδέεται άμεσα με τη βαθιά ανισορροπία της χώρας, όπου το 50% του ΑΕΠ παράγεται στην Αττική. Όπως αναφέρει στην ίδια έκθεση το ΙΟΒΕ “η οικονομική δραστηριότητα συνεχίζει να παρουσιάζει υψηλή συγκέντρωση στην Αττική, όπου καταγράφεται και το υψηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Τα περιθώρια σύγκλισης με την Ευρώπη παραμένουν σημαντικά, καθώς η ένταση παγίων επενδύσεων παραμένει χαμηλότερη του μέσου όρου στην Ευρώπη σε 10 από τις 13 περιφέρειες της χώρας”.
Όπως επισημαίνουν εκπρόσωποι της τοπικής αυτοδιοίκησης, η φυγή των νέων ανθρώπων δεν γίνεται επειδή θέλουν, αλλά επειδή δεν βλέπουν προοπτική να μείνουν. Οι ίδιοι οι εκπρόσωποι της τοπικής αυτοδιοίκησης επισημαίνουν με νόημα ότι αν δεν συνδεθεί η τοπική οικονομία με τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας, η διαρροή, είτε προς μεγάλα αστικά κέντρα είτε στο εξωτερικό, θα συνεχιστεί με αυξανόμενους ρυθμούς.
Η έλλειψη τριτοβάθμιων τμημάτων σε περιοχές όπως η Ηλεία, σε συνδυασμό με τις περιορισμένες επιλογές επαγγελματικής αποκατάστασης, είναι μια ακόμη βασική αιτία μετανάστευσης στην Αθήνα ή στο εξωτερικό, αμέσως μετά τις σπουδές τους.
Παράλληλα, η υποστελέχωση των νοσοκομειακών μονάδων, όπως της Ηλείας, και οι καθυστερήσεις σε βασικές υποδομές λειτουργούν αποτρεπτικά για νέες οικογένειες που αναζητούν ασφάλεια και ποιότητα ζωής.
Η κατάσταση επιβαρύνεται περισσότερο από την οικονομική αβεβαιότητα στον πρωτογενή τομέα, που παρά τις τεράστιες δυνατότητες του αγροτοδιατροφικού τομέα και του τουρισμού, το αυξημένο κόστος παραγωγής και η κλιματική κρίση με τις συχνές φυσικές καταστροφές καθιστούν την αγροτική ζωή αβέβαιη.
Άδεια θρανία και το στοίχημα του μέλλοντος
Η δημογραφική γήρανση και η αποψίλωση της υπαίθρου αποτυπώνονται καθημερινά στους πίνακες και στα προαύλια των σχολείων σε πανελλαδικό επίπεδο. Στην Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας, τα επίσημα στοιχεία της Περιφερειακής Διεύθυνσης Εκπαίδευσης αποτυπώνουν τη σταθερή συρρίκνωση. Σύμφωνα πάντα με τα επίσημα στοιχεία, η Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση δέχεται τη μεγαλύτερη πίεση λόγω του δημογραφικού προβλήματος. Στα νηπιαγωγεία της Περιφέρειας καταγράφηκαν 10.304 παιδιά, 147 λιγότερα σε σύγκριση με την προηγούμενη σχολική χρονιά – αριθμός που μπορεί να φαίνεται μικρός, αλλά αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν εντάσσεται σε μια μακροχρόνια τάση συνεχούς συρρίκνωσης των μικρότερων ηλικιών.
Οι μαθητές των δημοτικών σχολείων μειώθηκαν από 35.181 σε 34.189 μέσα σε μία μόλις σχολική χρονιά, ενώ οι απόφοιτοι των δημοτικών μειώθηκαν κατά 5,8%, δηλαδή από 6.277 σε 5.912.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι ουσιαστικό: πώς θα είναι η Δυτική Ελλάδα σε μια δεκαετία από τώρα, αν η σημερινή δημογραφική τάση παραμείνει αμετάβλητη, καθώς χωρίς άμεσα και δραστικά μέτρα η εικόνα της περιφέρειας κινδυνεύει να είναι αυτή ενός απέραντου γηροκομείου, όπου οι αναμνήσεις του παρελθόντος θα εκτοπίζουν τις ελπίδες για το μέλλον.
Το μεγάλο αυτό δημογραφικό πρόβλημα δεν λύνεται ούτε με ευχολόγια ούτε με μεμονωμένα επιδόματα, αλλά απαιτεί ένα συνολικό αναπτυξιακό σχεδιασμό ειδικά προσαρμοσμένο στις ανάγκες της Δυτικής Ελλάδας. Ένας σχεδιασμός που θα περιλαμβάνει ουσιαστικά κίνητρα στέγασης και στήριξης για την εγκατάσταση νέων ζευγαριών στην επαρχία, ενίσχυση του πρωτογενούς τομέα και της μεταποίησης σε Ηλεία και Αιτωλοακαρνανία με μείωση του κόστους παραγωγής, δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, καθώς και ισχυρές υποδομές Υγείας και Παιδείας που θα εμπνέουν το αίσθημα ασφάλειας στις οικογένειες.
Χωρίς αυτά, δύσκολα μπορεί να αλλάξει η παρούσα διαμορφωμένη αρνητική εικόνα.
Η δημογραφική κρίση δεν είναι ακόμη ένα πρόβλημα πολιτικής διαχείρισης, αλλά ο καθοριστικός παράγοντας που θα κρίνει αν η Δυτική Ελλάδα θα αναπτύσσεται ή θα συρρικνώνεται και όσο η συζήτηση παραμένει περιφερειακή, τόσο το πρόβλημα θα παγιώνεται στο κέντρο του μέλλοντος της χώρας μας.
Η Δυτική Ελλάδα δεν κινδυνεύει απλώς να έχει λιγότερους κατοίκους, κινδυνεύει να έχει μια διαφορετική κοινωνία: μικρότερη, γηραιότερη και με μικρότερη παραγωγική βάση.
Με μια ματιά…
• Η απογραφή του 2021 έδειξε ότι ο μόνιμος πληθυσμός της Δυτικής Ελλάδας μειώθηκε κατά 4,6% μέσα σε μια δεκαετία.
• Η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας συγκαταλέγεται στις περιοχές όπου το μεταναστευτικό ισοζύγιο είναι αρνητικό, δηλαδή φεύγουν περισσότεροι κάτοικοι από όσους εγκαθίστανται.
• Οι κάτοικοι ηλικίας 20 έως 29 ετών μειώθηκαν κατά 22,8% και εκείνοι μεταξύ 30 και 39 ετών κατά 21,6%, δηλαδή οι δύο ηλικιακές ομάδες που αποτελούν τον βασικό πυρήνα δημιουργίας νέων νοικοκυριών και οικογενειών
• Την ίδια περίοδο, τα παιδιά έως εννέα ετών μειώθηκαν κατά 17,5%, ενώ οι κάτοικοι άνω των 80 ετών αυξήθηκαν κατά 23,1%.
• Στη σύνθεση των νοικοκυριών, στη Δυτική Ελλάδα τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά αυξήθηκαν κατά 41,1% μεταξύ 2011 και 2021, ενώ, αντίθετα, τα νοικοκυριά τεσσάρων ατόμων μειώθηκαν κατά 13,8% και εκείνα των πέντε ή περισσότερων ατόμων κατά 26,7%.
• Οι επίσημες προβολές της ΕΛΣΤΑΤ και οι αναλύσεις που αξιοποιεί το ΙΟΒΕ δείχνουν ότι: η Δυτική Ελλάδα θα συνεχίσει να χάνει πληθυσμό έως το 2050, οι γεννήσεις δεν επαρκούν για να αναπληρώσουν τους θανάτους και η γήρανση θα ενταθεί, ιδιαίτερα στους αγροτικούς και ορεινούς δήμους.
• Στη Δυτική Ελλάδα το 2025 καταγράφεται ο δεύτερος χαμηλότερος λόγος καταθέσεων προς ΑΕΠ, ο τρίτος χαμηλότερος λόγος επιχειρηματικών δανείων προς ΑΕΠ και ο τρίτος χαμηλότερος αριθμός δανείων και τραπεζικών λογαριασμών ανά κάτοικο.

