Αν ανατρέξει κανείς στη δημόσια αρθρογραφία και στις ραδιοφωνικές μου τοποθετήσεις, όπως σήμερα το πρωί στην εκπομπή μου "Ενδείξεις-Α...
Αν ανατρέξει κανείς στη δημόσια αρθρογραφία και στις ραδιοφωνικές μου τοποθετήσεις, όπως σήμερα το πρωί στην εκπομπή μου "Ενδείξεις-Αποδείξεις", θα διαπιστώσει εύκολα πως δεν χαρίστηκα ποτέ στα λάθη της θρησκείας —και πολύ περισσότερο της Εκκλησίας ως θεσμού. Η κριτική απέναντι στα ιερατεία και τον δογματισμό είναι όχι μόνο δικαίωμα, αλλά και υποχρέωση κάθε ελεύθερα σκεπτόμενου ανθρώπου.
Ωστόσο, υπάρχει μια λεπτή, αόρατη γραμμή που διαχωρίζει την ιδεολογική κριτική από την ισοπέδωση: ποτέ δεν χλεύασα την προσωπική πίστη του άλλου.
Όπως είχε γράψει ο Τόμας Μαν, ο σπουδαίος Γερμανός συγγραφέας που τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1929:
«Όσο κι αν η πίστη είναι μια ψευδαίσθηση, εντούτοις δεν παύει να αποτελεί μια ζωτική ανάγκη του ανθρώπου.»
Από χθες, με αφορμή την αυριανή μεγάλη γιορτή της Ορθοδοξίας, παρατηρώ μια αυξανόμενη ευκολία με την οποία η κοινωνία των «αλάθητων» στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σπεύδει να χλευάσει. Το να ειρωνεύεται κανείς κάποιον επειδή πηγαίνει γονατιστός σε ένα προσκύνημα, χωρίς να έχει την ελάχιστη γνώση για το τι έχει περάσει αυτός ο άνθρωπος, δεν συνιστά πρόοδο, συνιστά φθηνό ορθολογισμό και έλλειψη ενσυναίσθησης.
Πίσω από ένα ματωμένο γόνατο ή μια σιωπηλή υπόκλιση, μπορεί να κρύβεται ένας αβάσταχτος πόνος, μια χαμένη μάχη, μια απεγνωσμένη ελπίδα ή ένα τάμα ψυχής.
Κανένας από εμάς δεν έχει το ηθικό δικαίωμα να ζυγίσει αυτό το βάρος, πόσο μάλλον να το περιφρονήσει.
Είναι απόλυτα θεμιτό να αμφισβητείς τους θεσμούς, να απορρίπτεις τα δόγματα και να στηρίζεις την κοσμοθεωρία σου στη λογική.
Αλλά η ανάγκη του ανθρώπου να ακουμπήσει κάπου όταν ο κόσμος του καταρρέει, είναι οικουμενική και απαραβίαστη.
Η πραγματική πνευματική ωριμότητα μιας κοινωνίας δεν αποδεικνύεται από το πόσο ισοπεδωτικά μπορεί να αποδομήσει τα πιστεύω του διπλανού της.
Αποδεικνύεται από το αν διαθέτει το μεγαλείο να σεβαστεί το δικαίωμά του να ελπίζει.
ΥΓ: Εσείς οι πιστοί δεν πρέπει να λέτε "καλή Παναγιά", γιατί δεν υπάρχει "κακιά Παναγιά".


