Η Δυτική Ελλάδα και ειδικότερα η Ηλεία παραμένουν σε μια σιδηροδρομική ερημιά που θυμίζει παλιές, ξεχασμένες διαφημίσεις για ένα μέλλον ...
Οι βουλευτές και οι τοπικοί παράγοντες, απλά παρακολουθούν.
Η λογική «ας κάνουμε μια ημερίδα και μετά θα δούμε» έχει παγιωθεί σαν πολιτική πρακτική.
Η επανεκκίνηση του σιδηροδρόμου δεν είναι πολυτέλεια - είναι αναγκαιότητα. Συνδυασμένες μεταφορές, ταχύτερη σύνδεση πόλεων, οικονομική ανάπτυξη, εξωστρέφεια – όλα αυτά θα μπορούσαν να είναι πραγματικότητα, αν η πολιτική βούληση συνοδευόταν από δράση.
Αντίθετα, εδώ παρακολουθούμε μια θεατρική αναμονή, όπου οι ημερίδες και τα συνέδρια μοιάζουν με τελετές χωρίς ουσία, και τα έργα μένουν αιώνια στα χαρτιά.
Την ώρα που η Ευρώπη κινείται με ταχύτερα τρένα, σχεδιάζοντας το 2040, εμείς παραμένουμε στον πάτο του πίνακα, με έργα εγκαταλελειμμένα ή μισοτελειωμένα.
Ο ευρωπαϊκός χάρτης υψηλής ταχύτητας δεν περιλαμβάνει την Πάτρα, τον φυσικό κόμβο της Δυτικής Ελλάδας, που συνδέεται με την Ιταλία και θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κεντρικό σημείο εμπορίου και μεταφορών. Η μη ένταξή της σε αυτά τα σχέδια δεν είναι ατύχημα αλλά είναι απόδειξη ότι η περιοχή αντιμετωπίζεται ως αδιάφορη, ακόμα κι όταν πρόκειται για στρατηγικά έργα που αφορούν την εθνική οικονομία.
Η σύνδεση Ρίου–Πάτρας αποτελεί κλασικό παράδειγμα αυτής της αδράνειας. Μελέτες, σχέδια, ημερίδες και δημόσιες συζητήσεις διαδέχονται η μία την άλλη, αλλά χρηματοδότηση δεν υπάρχει, χρονοδιάγραμμα δεν υπάρχει, και κανένα αποτέλεσμα δεν προκύπτει. Η περιοχή μένει παγωμένη σε μια κατάσταση που θυμίζει το κλασικό ανέκδοτο: περιμένουμε την επόμενη ημερίδα για να μας πουν ότι όλα πάνε καλά.
Οι βουλευτές και οι τοπικοί παράγοντες, φυσικά, παρακολουθούν. Ακούν, συζητούν, συμφωνούν, χειροκροτούν τις παρουσιάσεις, και μετά… τίποτα. Η Δυτική Ελλάδα παραμένει θεατής σε ένα έργο που παίζεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενώ η Ευρώπη προχωράει ακάθεκτη. Το παράδοξο είναι ότι η ίδια πολιτική καρέκλα μπορεί να φιλοξενεί τη θεωρητική «προσοχή» στους πολίτες, χωρίς να υπάρχει η παραμικρή διάθεση να αλλάξει η πραγματικότητα.
Η εικόνα αυτή δεν αφορά μόνο τις υποδομές· αφορά και την ψυχολογία της κοινωνίας. Οι πολίτες βλέπουν τα τρένα της Ευρώπης να περνούν και αισθάνονται ότι η δική τους περιοχή παραμένει «εκτός χάρτη». Ακούν για συνέδρια, ημερίδες και πρωτοβουλίες, αλλά το αποτέλεσμα είναι πάντα το ίδιο: καφές, φωτογραφίες, PowerPoint, και καμία υλοποίηση.
Η λογική «ας κάνουμε μια ημερίδα και μετά θα δούμε» έχει παγιωθεί σαν πολιτική πρακτική, και δυστυχώς, η Δυτική Ελλάδα πληρώνει το τίμημα.
Κι έτσι, η επανεκκίνηση του σιδηροδρόμου παραμένει στα όνειρα.
Το έργο που θα έδινε νέα πνοή στην Ηλεία, θα συνέδεε τη Δυτική Ελλάδα με τη μεγάλη Ευρώπη και θα έδινε νόημα στον όρο «συνδυασμένες μεταφορές», συνεχίζει να υφίσταται μόνο στα λόγια.
Η Ευρώπη προχωράει, τα τρένα φεύγουν, και εμείς παραμένουμε να συζητάμε, να παρακολουθούμε, να γράφουμε δελτία τύπου για ημερίδες χωρίς περιεχόμενο.
Η Δυτική Ελλάδα δεν ζητά θαύματα. Ζητά απλά έργα και σοβαρή αντιμετώπιση. Ζητά από τους πολιτικούς και τους αρμόδιους να σταματήσουν τις εμφανίσεις και τις ημερίδες που δεν οδηγούν πουθενά, να σταματήσουν να παρακολουθούν απλώς και να αρχίσουν να κάνουν. Κι αν δεν μπορεί να υπάρξει συνεργασία, έστω ας παραδεχτούν ότι παραμένουμε σε στάση αναμονής – χωρίς καμία ελπίδα ότι οι υποσχέσεις και οι ημερίδες θα φέρουν τρένα στην πόλη μας πριν το 2040.
Η Δυτική Ελλάδα δεν μπορεί να περιμένει άλλο. Ο σιδηρόδρομος είναι ζήτημα επιβίωσης, ανάπτυξης και αξιοπρέπειας. Και όσο οι ημερίδες συνεχίζουν να αντικαθιστούν τα έργα, η περιοχή θα μένει πίσω, με την Ευρώπη να φεύγει μπροστά και εμείς να παρακολουθούμε, αμήχανοι και αδρανείς.

