Η Αμαλιάδα δεν είναι πια η πόλη που κάποτε έσφυζε από ζωή, ελπίδα και προοπτική. Σήμερα, η εικόνα της θυμίζει περισσότερο έναν τόπο που...
Σήμερα, η εικόνα της θυμίζει περισσότερο έναν τόπο που αφέθηκε στη μοίρα του.
Σπασμένοι δρόμοι, φθαρμένες υποδομές και ένα «κτίριο-φάντασμα» στο κέντρο της πόλης στέκουν ως σιωπηλοί μάρτυρες μιας παρακμής που δεν μπορεί πλέον να κρυφτεί.
Οι κάτοικοι κυκλοφορούν με βλέμματα κουρασμένα. Δεν είναι μόνο η καθημερινότητα που βαραίνει· είναι η αίσθηση εγκατάλειψης. Οι νέοι φεύγουν, αναζητώντας αλλού όσα δεν μπορούν να βρουν εδώ: εργασία, προοπτική, μια ελπίδα για το αύριο. Και μαζί τους, φεύγει και το μέλλον της πόλης. Και οι επαγγελματίες διαμαρτύρονται για όλη αυτή την εικόνα, αλλά ποιοι να ακούσουν;
Στον ευρύτερο δήμο, η κατάσταση δεν είναι καλύτερη. Χωριά πληγωμένα από την κακοκαιρία, υποδομές που δεν αποκαταστάθηκαν ποτέ πλήρως, εικόνες ερήμωσης που εντείνουν την αίσθηση ότι κανείς δεν σχεδιάζει πραγματικά για την επόμενη μέρα.
Οι πολίτες νιώθουν ανασφάλεια μέσα στις ίδιες τους τις γειτονιές, ενώ η καθημερινότητα αποκτά ένα επιπλέον βάρος φόβου και αβεβαιότητας.
Η δημοτική αρχή, ωστόσο, μοιάζει να κινείται σε έναν παράλληλο κόσμο. Δημόσιες εμφανίσεις, φωτογραφίες και μικροεκδηλώσεις επιχειρούν να δημιουργήσουν μια εικόνα δραστηριότητας. Όμως πίσω από την επιφάνεια, το έργο παραμένει ισχνό έως ανύπαρκτο.
Μια «στενή» ομάδα γύρω από την εξουσία προσπαθεί να προβάλει μια πραγματικότητα που δεν ανταποκρίνεται στην καθημερινότητα των πολιτών.
Η αντίθεση είναι οδυνηρή.
Από τη μία, μια πόλη που βυθίζεται στη φθορά, την εγκατάλειψη και την ανασφάλεια.
Από την άλλη, μια διοίκηση που δείχνει να αρκείται στην εικόνα και όχι στην ουσία.
Η ιστορία, όμως, δεν συγχωρεί την αδιαφορία.
Καταγράφει, αξιολογεί και τελικά κατατάσσει. Και τότε, οι «θλιβερές παρουσίες» δεν θα μπορούν πια να κρυφτούν πίσω από φωτογραφίες και λόγια.
Η Αμαλιάδα αξίζει κάτι καλύτερο.
Το ερώτημα είναι αν υπάρχει ακόμη η βούληση να το διεκδικήσει.




