Δεν είναι πια στατιστική. Είναι καθημερινότητα. Όταν πάνω από ένας στους τέσσερις πολίτες βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού απ...
Όταν πάνω από ένας στους τέσσερις πολίτες βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, δεν μιλάμε για «παραφωνία» του συστήματος. Μιλάμε για το ίδιο το σύστημα που παράγει κανονικότητα μέσα από την εξαθλίωση.
Η Ελλάδα του σήμερα δεν καταγράφει απλώς υψηλά ποσοστά υλικής και κοινωνικής στέρησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Καταγράφει μια βαθιά, σχεδόν αθόρυβη αποδοχή της.
Τα νούμερα της ΕΛΣΤΑΤ είναι ψυχρά – αλλά πίσω τους υπάρχει μια κοινωνία που ζεσταίνεται λιγότερο, τρώει χειρότερα και ονειρεύεται πιο σπάνια. Η αύξηση της σοβαρής υλικής και κοινωνικής στέρησης στο 14,9% δεν είναι μια «μικρή μεταβολή». Είναι η απόδειξη ότι η φτώχεια δεν υποχωρεί· μετασχηματίζεται και ριζώνει.
Και αν υπάρχει κάτι πιο ανησυχητικό από τα ίδια τα ποσοστά, είναι το ποιον χτυπούν περισσότερο: τα παιδιά. Σχεδόν το 30% των παιδιών στη χώρα μεγαλώνει υπό την απειλή της φτώχειας ή του κοινωνικού αποκλεισμού. Μια γενιά που ξεκινά τη ζωή της ήδη «χρεωμένη» με στερήσεις. Χωρίς ίσες ευκαιρίες, χωρίς ουσιαστική πρόσβαση σε βασικά αγαθά, χωρίς το αυτονόητο: μια αίσθηση ασφάλειας.
Την ίδια στιγμή, η εργασία –που κάποτε αποτελούσε διέξοδο– δεν εγγυάται πλέον τίποτα. Η μερική απασχόληση οδηγεί σε ποσοστά φτώχειας που αγγίζουν το 21,4%. Δηλαδή, δουλεύεις και παραμένεις φτωχός. Μια αντίφαση που έχει πλέον κανονικοποιηθεί.
Η γεωγραφία της φτώχειας αποκαλύπτει επίσης μια άλλη αλήθεια: δύο Ελλάδες. Από τη μία, οι περιοχές με τουρισμό –Αττική, Αιγαίο, Κρήτη– που εμφανίζουν καλύτερες επιδόσεις. Από την άλλη, η υπόλοιπη χώρα που βυθίζεται πιο βαθιά στην οικονομική ανασφάλεια. Ένα μοντέλο ανάπτυξης που ευνοεί τους «τυχερούς» της γεωγραφίας και αφήνει τους υπόλοιπους στο περιθώριο.
Ακόμη πιο σκληρή είναι η εικόνα μέσα στα ίδια τα νοικοκυριά. Οικογένειες με παιδιά βρίσκονται σε ποσοστά κινδύνου έως και 36,1%. Δηλαδή, η ίδια η έννοια της οικογένειας –που υποτίθεται ότι λειτουργεί ως δίχτυ προστασίας– μετατρέπεται σε πεδίο οικονομικής ασφυξίας.
Και ενώ οι αριθμοί φωνάζουν, η κοινωνία μοιάζει να ψιθυρίζει. Μόλις το 4,4% δηλώνει πλήρως ικανοποιημένο από τη ζωή του. Αυτό δεν είναι απλώς ένδειξη οικονομικής δυσκολίας. Είναι ένδειξη συλλογικής απογοήτευσης.
Το πιο ειρωνικό; Χωρίς τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, η φτώχεια θα εκτοξευόταν στο 43,9%. Δηλαδή, το σύστημα δεν μειώνει τη φτώχεια – απλώς τη συγκρατεί προσωρινά. Την «διαχειρίζεται». Δεν την λύνει.
Και κάπου εδώ τίθεται το πραγματικό ερώτημα:
Πόσο αντέχει μια κοινωνία να ζει έτσι;
Όταν το 41,6% των φτωχών δεν έχει επαρκή διατροφή, όταν το 66,6% δυσκολεύεται να πληρώσει βασικούς λογαριασμούς, όταν σχεδόν όλοι δηλώνουν αδυναμία να καλύψουν μια έκτακτη ανάγκη 500 ευρώ, τότε δεν μιλάμε για «ευάλωτες ομάδες».
Μιλάμε για μια κοινωνία στο όριο.
Η Ελλάδα δεν είναι φτωχή χώρα. Είναι μια χώρα με φτωχούς ανθρώπους.
Και αυτό δεν είναι ατύχημα. Είναι επιλογή.

