Υπάρχει μια σιωπηλή τραγωδία που δεν θα τη δεις ποτέ στα δελτία των οκτώ. Δεν έχει εικόνες από φωτιές, ούτε κραυγές από σεισμούς. Έχει μ...
Η Ηλεία δεν πείνασε ποτέ τη γη της.
Η γη της πείνασε τους ανθρώπους της.
Κάποτε, το χώμα εδώ ήταν υπόσχεση.
Σήμαινε δουλειά, ιδρώτα, αξιοπρέπεια.
Σήμαινε ότι μπορούσες να μείνεις, να ζήσεις, να μεγαλώσεις παιδιά χωρίς να σκέφτεσαι τη φυγή.
Σήμερα, το ίδιο χώμα έγινε βάρος.
Όχι γιατί δεν παράγει — αλλά γιατί δεν συμφέρει να παράγεις.
Το κόστος παραγωγής ανεβαίνει σαν ασανσέρ χωρίς φρένα.
Πετρέλαιο, ρεύμα, λιπάσματα, νερό — όλα πιο ακριβά από ποτέ.
Και στην άλλη πλευρά;
Οι τιμές που παίρνει ο παραγωγός κατεβαίνουν. Ή μένουν καθηλωμένες, σαν να μην άλλαξε τίποτα στον κόσμο.
Το αποτέλεσμα είναι απλό και βίαιο:
ο αγρότης δουλεύει περισσότερο για να κερδίζει λιγότερα.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, έρχεται και η “αγορά”.
Εισαγόμενα προϊόντα, φθηνότερα, μαζικά, απρόσωπα.
Βαφτίζονται “ανταγωνισμός”, αλλά στην πράξη λειτουργούν σαν ασφυξία.
Το ντόπιο προϊόν δεν χάνει επειδή είναι χειρότερο.
Χάνει γιατί είναι μόνο του.
Χάνει γιατί δεν υπάρχει στήριξη.
Χάνει γιατί το σύστημα δεν είναι φτιαγμένο για να επιβιώσει ο μικρός παραγωγός.
Χάνει γιατί η πολιτική μιλά για ανάπτυξη, αλλά στην πράξη επιβραβεύει την εγκατάλειψη.
Και τότε αρχίζει το πιο οδυνηρό κομμάτι. Η παραίτηση.
Ο αγρότης δεν φωνάζει πια.
Δεν διαμαρτύρεται όπως παλιά.
Δεν κατεβαίνει στον δρόμο με την ίδια οργή.
Απλώς… αφήνει το χωράφι.
Το αφήνει γιατί δεν βγαίνει.
Το αφήνει γιατί κουράστηκε να παλεύει με αριθμούς που δεν βγαίνουν ποτέ.
Το αφήνει γιατί κατάλαβε ότι κανείς δεν ακούει.
Και μαζί με το χωράφι, αφήνει και κάτι άλλο:
την ιδέα ότι μπορεί να ζήσει εδώ.
Η Ηλεία συνεχίζει να παράγει.
Να ταΐζει αγορές, πόλεις, χώρες.
Αλλά οι άνθρωποί της λιγοστεύουν.
Γιατί δεν μπορείς να μιλάς για ανάπτυξη όταν ο παραγωγός εγκαταλείπει.
Δεν μπορείς να μιλάς για πρόοδο όταν η ύπαιθρος αδειάζει.
Δεν μπορείς να μιλάς για μέλλον όταν οι νέοι δεν θέλουν να πιάσουν το χώμα που έθρεψε τους πατεράδες τους.
Η μεγαλύτερη ειρωνεία είναι αυτή:
Η γη της Ηλείας παραμένει εύφορη.
Αυτό που έχει στερέψει είναι η πίστη.
Η πίστη ότι αξίζει να μείνεις.
Ότι αξίζει να παλέψεις.
Ότι αξίζει να συνεχίσεις.
Και όταν μια γη χάνει τους ανθρώπους της,
δεν πεθαίνει από έλλειψη παραγωγής.
Πεθαίνει από έλλειψη ελπίδας.
Κι αυτό… δεν εισάγεται.

