Έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα, στις 6 Μαΐου 2017, ο Αδαμάντιος Πεπελάσης, όπως αναφέρει σε δημόσια ανάρτησή του στο Facebook ο πρώην δήμαρχ...
Ήταν το πρώτο παιδί του Φαρμακοποιού Αντωνίου Πεπελάση και της δεύτερης συζύγου του Ιωάννας Κ. Λαγανοπούλου, γεννημένος στις 9/8/1922. Τα άλλα αδέλφια του ήταν ο Κων/νος (6/5/1923-6/4/208), η Νικολέτα (7/6/1927- ; ), σύζυγος του ιατρού Σήφη Πεντάρη από την Κρήτη και ο Νικόλαος (15/5/1930-17/12/2023). Είχε ακόμα μία αδελφή τη Μαρία (1918-1994) σύζυγο του Ιωάννη Διαμαντόπουλου, από τον πρώτο γάμο του πατέρα του με την Αγγελική Κοκκίνη (1890-1918), που πέθανε στη γέννα.
Μια από τις μεγάλες μορφές των σύγχρονων Ελληνικών γραμμάτων ήταν ο καθηγητής των Οικονομικών Επιστημών και διανοούμενος Αδαμάντιος Πεπελάσης. Με την πρώτη σύζυγό του Έλλη-Ελένη Δεββέ (31/12/1922 - του Δημητρίου και της Σοφίας απέκτησαν δύο παιδιά: την Ιωάννα-Σαπφώ (16/8/1952) και το Δημήτριο-Αντώνιο (31/12/1953).
Σφράγισε με την επιστημονική του πολυμέρεια το πεδίο της οικονομίας ως τεχνοκράτης και πανεπιστημιακός δάσκαλος στην Ελλάδα και την Αμερική και διασταύρωσε τα βήματά του με κάθε έκφανση της σύγχρονης πνευματικής και πολιτιστικής μας εκπόρευσης.
Σύνδρομη άλλωστε της υψηλής οικονομικής του παιδείας είναι και η ανάληψη της προεδρίας δύο εκ των κεντρικών πιστωτικών μας ιδρυμάτων, της Αγροτικής και της Εμπορικής Τραπέζης, στα οποία και χάραξε τις κατευθυντήριες για την ανασυγκρότησης της Εθνικής μας οικονομίας, αλλά και η ανάληψη της αντιπροεδρίας τη δεκαετία του ΄60 του ΚΕΠΕ, του πρώτου Think tank οικονομικής σκέψης που λειτούργησε στην Ελλάδα και αποτέλεσε κοιτίδα οικονομικής σκέψης γονιμοποιημένη με όλα τα πρωτοπόρα τότε οικονομικά ρεύματα παγκοσμίως.
Τιμήθηκε με πλήθος παρασήμων και ηθικές διακρίσεις και ανέλαβε την προεδρία παγκοσμίου κύρους πολιτιστικών φορέων, όπως το Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών, το Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού, στα οποία και παρήγε οιστρηλατημένο έργο, για την προβολή των ελληνικών γραμμάτων σε όλη την οικουμένη.
Στο πεδίο του λόγου υπήρξε γιγαντιαίος. Έχει γράψει πλήθος επιστημονικών συγγραμμάτων για την οικονομική ανάπτυξη, την ανασυγκρότηση της γεωργικής οικονομίας, αλλά και πλειάδα άλλων δοκιμίων που αφορούν ελληνική κοινωνία και τον ελληνικό πολιτισμό.
Ο λόγος του Αδαμάντιου Πεπελάση διακρίνεται για την γλωσσική του ευμέλεια, την ηθική του εμπνοή και είναι διάστικτος από την αγωνία για την ελληνική διάρκεια. Είναι λόγος κριτικός που καταθέτει με ηθική δόνηση ρηξικέλευθες προτάσεις, για την κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική μας ανασυγκρότηση, ώστε η Ελλάδα που πρόσφερε στην ανθρωπότητα ατίμητα δώρα ήθους και πολιτισμού, να ξαναβρεί τον βηματισμό της και να πρωταγωνιστήσει και πάλι πλάι στους προοδευμένους λαούς της Ευρώπης.
Αναλυτικά το Βιογραφικό του Αδαμάντιου Πεπελάση έχει ως εξής :
Εκπαίδευση:
• Δημοτικό Γαστούνης
• Γυμνάσιο Πύργου Ηλείας
• Α.Σ.Ο.Ε.Ε.
• Νομική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών
• London School of Economics
• Ph.D. University of California - Berkeley (Διδάκτωρ Οικονομικών)
Διακρίσεις & Υποτροφίες:
•Κοινότητος Γαστούνης (1942).
• Who 's Who Ευρώπης (1967, 1971, 1974)
• Οδηγός Διεθνών Βιογραφιών (1974, 1980, 1985)
• Υπότροφος Κέντρου Αναπτυξιακών Μελετών Πανεπιστημίου Σάσεξ (1968)
• Ερευνητής του Συμβουλίου Ερευνών Κοινωνικών Επιστημών (1961)
• Υπότροφος Φούλμπραϊτ (1950)
• Υπότροφος Charles Mervill (1951)
• Υπότροφος Rosenberg του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας (1952)
• Υπότροφος Πανεπιστημίου Καλιφόρνιας (1952-1953)
• Υπότροφος Ιδρύματος Ford (1957)
• Υπότροφος - Ερευνητής:
1. Ίδρυμα Οικονομικής και Επιχειρηματικής Έρευνας του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας (1958-1959).
2. Ινστιτούτο Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας (1957).
3. Ερευνητικό Πρόγραμμα Ιδρύματος Ford στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ (1958).
Επαγγελματική Σταδιοδρομία:
• Πρόεδρος στο ΄Ιδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού (1995-1998).
• Μέλος Επιτροπής της Βουλής των Εφήβων, 1994 -
• Αντιπρόεδρος και Γενικός Διευθυντής στο ΄Ιδρυμα Μελετών Λαμπράκη (1991-)
• Πρόεδρος Δ.Σ. Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος (1988).
• Πρέσβης Καλής Θελήσεως της Ελληνικής Κυβέρνησης για την προώθηση των επενδύσεων (1986-1987).
• Διοικητής Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (1974-1981).
• Καθηγητής Οικονομικών και Πρόεδρος του Οικονομικού Τμήματος στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο Βιργινίας (1970-1974).
• Οικονομικός Σύμβουλος Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών ( F. A .O .), Ρώμη (1968-1969).
• Υποδιευθυντής Κ.Ε.Π.Ε. (1962-1963).
• Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Καλιφόρνιας (1957-1961).
• Καθηγητής Οικονομικών Πανεπιστημίου Νέας Υόρκης στο Μπάφαλο (1954-1957).
Εκδόσεις-Αρθρογραφία:
• Συγγραφέας 18 βιβλίων μεταξύ των οποίων:
~ Στην Άκρη του Αιώνα, Γαστούνη - Μπέρκλεϋ, Εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα (1996).
~ Ανάλυση της Οικονομικής Ανάπτυξη, Harper, Νέα Υόρκη (1961).
~ Employment of the Blacks in the U.S. South, Univ. of Texas (1978).
~ Υπεράριθμο Εργατικό Δυναμικό στην Ελληνική Γεωργία, Αθήνα (1962).
~Κείμενα Οικονομικής Ανάπτυξης (1965).
• Συνεργάτης της Encyclopaedia Britannica.
• Αρθρογράφος στις εφημερίδες Το Βήμα και Τα Νέα.
Η Γαστούνη του οφείλει πολλά, γιατί συνέβαλε αποφασιστικά στην οικονομική της ανάπτυξη (ΗΛ.ΒΙ.ΓΑΛ, κτίριο ΑΤΕ, ενίσχυση κτηνοτροφίας κλπ.). Τιμητικά μια αίθουσα της Δημοτικής Βιβλιοθήκης, όπου υπάρχουν αντικείμενα και βιβλία του, φέρει το όνομά του.
Πέρα από αυτά έδωσε την εικόνα της κοινωνίας της Γαστούνης κάποτε στο βιβλίο του "Στην άκρη του αιώνα, Γαστούνη-Μπέρκλεї", βιβλίο από το οποίο θα αναφέρουμε κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα, που δείχνουν πόσο καταλυτικά επηρεάστηκε η ζωή του από τις εικόνες της ζωής της Γαστούνης:
"…
Στη Γαστούνη είδα από κοντά τη φτώχεια, τη στέρηση και τον πόνο. Θυμάμαι εκείνα τα πρόσωπα των αγροτών, καλοκαίρι καιρό, που ήταν σαν κίτρινα, τραβηγμένα πετσιά, από την ελονοσία και την κακουχία. Σκεβρωμένοι, μουσκεμένοι από την υγρασία των χωραφιών και τον ιδρώτα της θέρμης, ξέπνοοι από το τριήμερο τρέμουλο, να ζητούν από τον πατέρα μου τη δόση του κινίνου, που θα το πλήρωναν, όταν οι έμποροι της σταφίδας και της γλυκόρριζας θα τους ξοφλούσαν.
Μύρισα τα ξινισμένα κορμιά τους, τα χαλασμένα από την αρρώστια, τους πολέμους, τα εργατικά ατυχήματα και την εξοντωτική δουλειά του αγρού.
Η δυστυχία ήταν γενική.
Κι όμως, παρ' όλα αυτά υπήρχαν διακρίσεις ακόμα και μέσα στη δυστυχία στην καθυστερημένη και οπισθοδρομική κοινωνία της πεδινής Ηλείας, καθημερινά ήταν τα παραδείγματα διάκρισης, ρατσισμού, μικροψυχίας και αναλγησίας απέναντι στους αδύνατους.
Κάθε χειμώνα έφταναν από την αντικρινή Κεφαλονιά νέοι άντρες, άνεργοι και ταλαιπωρημένοι, που η γη τους ήταν λίγη και δεν μπορούσε να τους εξασφαλίσει δουλειά. Φτωχοί, με ποδήματα καμωμένα πρόχειρα στο χέρι από καουτσούκ, από ρόδες αυτοκινήτων.
Δούλευαν σκληρά, απάνθρωπα, στην καλλιέργεια της σταφίδας και της γλυκόρριζας. Η συγκομιδή της γλυκόρριζας ήταν ιδιαίτερα κοπιαστική κι απέδιδε ελάχιστα. Φόρτωναν τα δεμάτια με τις ρίζες της γλυκόρριζας από την Κυλλήνη για τα λιμάνια της Αγγλίας. Από τη γλυκόρριζα παρασκεύαζαν φαρμακευτικές ουσίες. Τα νεαρά αυτά Κεφαλονιτόπουλα δεν κλέβαν κανενός ντόπιου τη δουλειά. Κι όμως, δεν μπήκαν ποτέ στα σπίτια των ντόπιων. Δε θυμάμαι να τους είδα ποτέ στα καφενεία ή στα μαγειρεία. Ζούσαν απόμερα. Αλλά τι να πω και για τους τσιγγάνους από τα μέρη του Βαρθολομιού;
Η διάχυτη αυτή κοινωνική διάκριση πλήγωνε την παιδική μου ευαισθησία. Επειδή το κατά κεφαλήν εισόδημα στον Κάμπο της Γαστούνης ήταν σχετικά υψηλότερο από εκείνο πολλών ορεινών περιοχών, στη Γαστούνη μετανάστευαν, από τις αρχές ήδη του αιώνα, εποχικά ή μόνιμα, αρκετές οικογένειες από την ήπειρο. Ήταν γανωτζήδες και φουρνάρηδες. Άνθρωποι σοβαροί, προσηνείς, εργατικοί, πεντακάθαροι, νοικοκυραίοι. Τα παιδιά τους πρώτα στο σχολείο.
Κι όμως, και αυτοί κρατήθηκαν στην απομόνωση. Ήταν ξένοι. Δε θυμάμαι να είδα ποτέ τους Γιαννιώτες και Ηπειρώτες ούτε καν στην εκκλησία, στις μεγάλες γιορτές και στα πανηγύρια, στην καθυστερημένη κοινωνία του τόπου γέννησής μου. Εισέπρατταν κι εκείνοι το τίμημα μια περιρρέουσας και αδυσώπητης κοινωνικής διάκρισης.
Ήταν αυτό που αργότερα κατανόησα σε ευρύτερο επίπεδο: ότι, δηλαδή, όσο στατική, καθυστερημένη και φτωχή η κοινωνία των ανθρώπων, τόσο γονιμότερο το έδαφος για διακρίσεις και ρατσισμό. Έτσι, από πολύ μικρός, είχα το θλιβερό προνόμιο να ζήσω από κοντά την κοινωνική αδικία και τις βλακώδεις και χυδαίες διακρίσεις. Έτσι η Γαστούνη ενστάλαξε στην ψυχή μου ένα όραμα για ένα άλλο κόσμο, χωρίς τον εξευτελιστικό κάματο, την αρρώστια, την ανέχεια και τη στέρηση…".
Αξίζει ακόμα να αναφέρουμε και ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Αδαμάντιου Πεπελάση: "Στην άκρη του αιώνα", που απεικονίζει με τον πιο παραστατικό τρόπο, το δεσμό των ανθρώπων με το άλογο:
"…Καθώς γυρίζω προς τα πίσω προσπαθώντας να θυμηθώ και να κατανοήσω τη συμπεριφορά και τα βαθύτερα στοιχεία του εαυτού μου, πάντοτε σταματώ με σεβασμό και προσοχή στις εικόνες και στις εντυπώσεις που είχα από την ηλικία των οκτώ ως έντεκα χρονών, την ηλικία για την οποία, λένε, πως η σεξουαλικότητα του παιδιού βρίσκεται σε λανθάνουσα κατάσταση. Τότε που αισθήματα και ψυχή είναι πρόσφορα σε μεγάλες επιδράσεις από πράγματα καθημερινά και απλά. Ανεπαισθήτως αλλά ουσιαστικά άνοιγε ο κόσμος μπροστά μου.
Ήμουν μαθητής στις μεγάλες τάξεις του Δημοτικού και το σχολείο μου βρισκόταν είκοσι μέτρα μετά από το Σταθμό Επιβητόρων, που νομίζω πως ανήκε στο Υπουργείο Γεωργίας. Οι επιβήτορες ήταν άλογα αραβικά, ψηλά, γεροδεμένα, μ' αστραφτερό λεπτό τρίχωμα, μαύρο ή κοκκινόχρωμο. Ζώα όμορφα, γεμάτα υγεία και δύναμη. Επιβλητικά πλάσματα, σαν αυτά που βλέπουμε σε αμερικάνικες ταινίες με θέματα από τις Σταυροφορίες ή τους πολέμους του Μεσαίωνα. Ορισμένες λοιπόν εποχές, οι αγρότες του Κάμπου έφερναν τα πρωινά τις φοράδες τους στο Σταθμό, για να πιάσουν σπόρο καλό και καθαρό. Τι γιορτή ήταν αυτή… Τι θέαμα και τι ακρόαμα μοναδικό!
Από το μικρό άνοιγμα του σχολικού τοίχου, με μάτια απορημένα, παρατηρούσαμε τα δρώμενα του κόσμου, ακριβώς αντίκρυ μας. Νομίζω ότι η προετοιμασία και η διαδικασία για την κάθε περίπτωση διαρκούσε γύρω στη μισή ώρα. Τρείς άντρες γίνονταν συνεργοί της ερωτικής συνεύρεσης: ένας να κρατάει τη φοράδα από τα γκέμια, ο δεύτερος στη μέση να χαїδεύει τα καπούλια του θηλυκού, και ο τρίτος, με ξεμανίκωτα μπράτσα, να υποβαστάζει το πέος του επιβήτορα και να βοηθάει για τη σωστή κίνηση και ιδίως την κατεύθυνση.
Ο επιβήτορας βίαιος, άτσαλος αλλά και τρυφερός. Χλιμιντρίσματα, χτυπήματα των ποδιών, ροή υγρών από παντού…
Μέσα απ' αυτές τις σκηνές, τις βίαιες αλλά και αρμονικές, νομίζω πως συνειδητοποίησα κι εγώ τον ερωτισμό που υπάρχει ανάμεσα στα πλάσματα του Θεού, και πρώτα απ' όλα στα ζώα. Μια σχέση γεμάτη καθαρότητα, δύναμη και δημιουργία.
Ποτέ δεν πίστεψα ότι μπορεί να υπάρξει αληθινή σεξουαλική σχέση, χωρίς ξέχειλη τρυφερότητα και δοτικότητα. Από τα άλογα πρωτοδιδάχτηκα την ομορφιά και την ιερότητα της σεξουαλικής πράξης.
Τότε δεν καταλάβαινα βέβαια πολλά, όμως η επεξεργασία γινόταν, σιγά σιγά , μέσα μου.
Αλλά στα άλογα οφείλω και την πρώτη μου επαφή με τη γέννηση, με το θαύμα της ζωής. Τρείς φορές έχω ξεγεννήσει την ίδια φοράδα, ένα όμορφο ζώο, που ανήκε στον αδελφό της μητέρας μου. Τις δύο πρώτες φορές, απλώς τον βοηθούσα. Όμως την τρίτη, φορώντας τη λευκή μπλούζα του φαρμακείου και με τις υποδείξεις του τοπικού κτηνίατρου, πήρα ουσιαστικότερα μέρος.
Δεν ξέρω αν αυτό που πιο πολύ με συγκλόνιζε ήταν αυτή καθαυτή η γέννα ή το βλέμμα της φοράδας, βλέμμα καρφωμένο πάνω μου με εμπιστοσύνη, σαν σε αδελφό.
Κι εκείνα τα τρία νεαρά πλάσματα, που άγγιξα με τα χέρια μου καλωσορίζοντάς τα στη ζωή, βρίσκονται ίσως ανάμεσα στις αιτίες της αισιοδοξίας που διακρίνει το βίο μου. Γιατί είναι πολύ μεγάλο δώρο, ανεκτίμητο, να 'χεις δει σε τέτοια τρυφερή ηλικία την ίδια τη ζωή να γεννιέται, να 'χεις πάρει μέρος ο ίδιος, κατά κάποιο τρόπο, στη Δημιουργία".
Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του Αδαμάντιου Πεπελάση, που μικρός ακόμα, αν και ζούσε σε ευκατάστατη οικογένεια, πληγώθηκε αφάνταστα και επηρεάστηκε η ψυχή του, για όλη του τη ζωή, από όσα συνέβησαν τότε. Στο βιβλίο του "Στην άκρη του αιώνα, Γαστούνη-Μπέρκλεї" επίσης γράφει:
"…
Υπήρχαν διακρίσεις ακόμα και μέσα στη δυστυχία, όπως λίγο έξω, στη συνοικία της Αγκινάρας, όπου ζούσαν οι Μικρασιάτες πρόσφυγες, απομονωμένοι σχεδόν από τους ντόπιους. Κι ας ήταν αυτοί οι πρόσφυγες προοδευτικοί, εργατικοί, νοικοκυραίοι. Μια μικρογραφία γκέτο, με όλα του τα επακόλουθα.
Δεν μπορούσα τότε να φαντασθώ πόσο βαθιά επίδραση θα ασκούσαν όλα αυτά στην ψυχή μου και πόσο σημαντικό ρόλο θα έπαιζαν στην εξέλιξη της επιστημονικής μου πορείας.
Στην καθυστερημένη και οπισθοδρομική κοινωνία της Γαστούνης, καθημερινά ήταν τα παραδείγματα διάκρισης, ρατσισμού, μικροψυχίας και αναλγησίας απέναντι στους Μικρασιάτες πρόσφυγες. Ένα κλίμα "ψιθυριστής" εχθρότητας και διάκρισης, άλλοτε υπόγειο και άλλοτε φανερό, που θα κρατήσει, αποκτώντας πλέον κι άλλες διαστάσεις, ως την περίοδο του Εμφυλίου.
Από τις πρώτες κιόλας μέρες του σχολικού μου βίου εισέπραξα αυτή τη βάρβαρη διάκριση.
Η μητέρα μου, αν και ανοιχτή σε πολλά θέματα, δεν έκρυψε την αμηχανία της, όταν έμαθε ότι κάθομαι στο ίδιο θρανίο, δίπλα-δίπλα, με την "Κυργίτσα", την Κυριακή, μια προσφυγοπούλα. Η Κυργίτσα ήταν ένα έξυπνο πλάσμα, γλυκό, δοτικό, όμορφο. Ανάμεσά μας αναπτύχθηκε μια σχέση άδολης αγάπης. Μια φιλία που διατηρήθηκε αδιάφθορη και αμόλυντη ως το θάνατό της.
Η Κυργίτσα, η προσφυγοπούλα, δεν πήγε νομίζω πέρα από την Πέμπτη Δημοτικού. Στο μεταξύ εγώ έφυγα, χαθήκαμε για πολλά χρόνια. Αργότερα, όταν επέστρεψα στην Ελλάδα, κάθε φορά που τη συναντούσα εξέπεμπε πάνω μου μια ευεργετική αύρα, σαν αυτή που φωτίζει τις δια βίου αγνές και αληθινές σχέσεις των ανθρώπων.
Δεν ήταν όμως μόνο αυτό η Κυργίτσα.
Ως τα δεκατρία μου, οι εκλεκτές της φαντασίας μου και οι εγκάρδιοι φίλοι μου ήταν προσφυγόπουλα. Σε αυτό συνέβαλε και η κρυφή γοητεία που ασκούσε πάνω μου το παράδειγμα του θείου μου, του νεότερου αδελφού της μητέρας μου, ο οποίος, αγνοώντας τις ανόητες προκαταλήψεις και διακρίσεις, ξεπέρασε τα όρια και συζούσε με μια ωραία και έξυπνη προσφυγοπούλα.
Η ζωή μου με τους πρόσφυγες είχε επηρεάσει τη σκέψη μου και τη συμπεριφορά μου περισσότερο απ' ό,τι αυτή η ίδια η ζωή έδειχνε. Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη ακαδημαїκή εργασία της κόρης μου Ιωάννας, με την οποία από την πρώτη μέρα της γέννησής της ανέπτυξα σχέση συναισθηματικής και πνευματικής ώσμωσης, ήταν για τους πρόσφυγες και την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.
Ώρες ολόκληρες, τις νύχτες του καλοκαιριού, άκουγα το γλυκό και πονεμένο τραγούδι των προσφύγων να ξεχύνεται στη γύρω περιοχή. Οι πρόσφυγες, με το γλυκύ πόνο, την αξιοπρέπεια, την εργατικότητα και τη νοικοκυροσύνη, άλλαξαν τελικά τη μορφή της ελληνικής γεωργίας και της Ελληνικής υπαίθρου.
Αυτοί πρώτοι δίδαξαν ότι, με τον ανθρώπινο παράγοντα, η οικονομική μοίρα του τόπου μας ήταν ανατρέψιμη. Ήταν μια πρόφαση η εύκολη ερμηνεία, από μεριάς της ανεπαρκούς πολιτικής ηγεσίας, ότι τάχα η Ελλάδα είχε περιορισμένους φυσικούς πόρους και ότι υπάρχουν, αντικειμενικά, έξωθεν δεδομένοι, αδήριτοι περιορισμοί για την ταχύτερη ανάπτυξή της.
Οι πρόσφυγες εκσυγχρόνισαν μέσα σε δεκαπέντε χρόνια μεγάλα τμήματα της ελληνικής γεωργίας και βιομηχανίας. Η ύπαρξη και η λειτουργία αυτής της "άλλης κοινωνίας" μέσα στο μικρόκοσμο της τότε αποχαυνωμένης παραδοσιακής "γηγενούς" Κοινότητας της Γαστούνης, (εγώ, που είχα διδαχθεί τις αξίες του Ελληνικού πολιτισμού από εμπνευσμένους δασκάλους, ένιωθα μέσα μου ντροπή και ενοχές για τους συμπατριώτες μου), μου έδωσε τα πρώτα ερεθίσματα για την επιστημονική μου δραστηριότητα. Ήρθαν έτσι τα πράγματα, ώστε η επαγγελματική μου πορεία να καθορισθεί εν μέρει από αυτή τη δυαδικότητα…".

