Η συζήτηση στη Βουλή αποδείχθηκε, τελικά, πολύ χρήσιμη. Οι περισσότεροι θα πουν ότι δεν πρόσθεσε κάτι καινούργιο στο δημόσιο διάλογο, ούτε ...
Η Ν.Δ. και ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναμετρήθηκαν με πολλούς αντίπαλους, πολλά κόμματα και νέα σχήματα. Οι δημοσκοπικές και επικοινωνιακές μάχες ξεκίνησαν πριν καν παραιτηθεί ο κ. Τσίπρας και αρχίσει η διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ. Από τότε που η Κουμουνδούρου ήταν ακόμη ενωμένη και ο ΣΥΡΙΖΑ είχε την υπεροχή σε αριθμό βουλευτών, που του έδινε τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Όταν παραιτήθηκε ο Αλέξης Τσίπρας το βάρος στις δημοσκοπήσεις έπεσε στον Στέφανο Κασσελάκη, ο οποίος όμως δεν άντεξε για πολύ, ως αντίπαλο δέος του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Γρήγορα αποδομήθηκε από τους συντρόφους του, και μετά ο ίδιος αποδόμησε και τον εαυτό του. Πριν προλάβει να καταλάβει τι έγινε, ο κ. Κασσελάκης βγήκε εκτός κούρσας. Μετά ακολούθησε το μεγάλο συλλαλητήριο για τα Τέμπη, το οποίο στάθηκε η αφορμή να «παγώσει» όλη η χώρα και για 4-5 μήνες να αποσυντονιστεί η κυβέρνηση.
Ήταν η περίοδος που ανέτειλε το άστρο της κ. Καρυστιανού και άρχισαν να ξεχωρίζουν, πλέον, οι πολιτικές της φιλοδοξίες. Τότε, οι δημοσκοπήσεις δεν μπορούσαν να τη μετρήσουν καθαρά ως πολιτικό αρχηγό, γιατί δεν είχε αρχίσει να παίρνει θέσεις για όλα τα τρέχοντα πολιτικά ζητήματα.
Ήταν μια μάνα που κατήγγειλε το πολιτικό και δικαστικό σύστημα ότι της σκότωσε το παιδί και όλοι προσπαθούσαν να συγκαλύψουν τα όποια στοιχεία υπήρξαν. Η σύγκρισή της με τους άλλους πολιτικούς αρχηγούς έγινε μόλις πριν από λίγους μήνες, όταν άρχισε να τοποθετείται για τα εθνικά, κοινωνικά και πολιτικά θέματα της επικαιρότητας. Εκεί ήταν που έχασε την όποια δυναμική είχε αρχίσει να αναπτύσσει, καθώς φάνηκε πως παρότι ο καταγγελτικός της λόγος ήταν πολύ καλός, η ίδια δεν ήταν έτοιμη να εκφράσει πολιτικές προτάσεις για το μέλλον της χώρας.
Επόμενη αντίπαλος του κ. Μητσοτάκη για μερικούς μήνες ήταν η Ζωή Κωνσταντοπούλου, η οποία αύξησε απότομα, και κατά πολύ μάλιστα, τα δημοσκοπικά της ποσοστά και για μερικούς μήνες φιγουράριζε σε ορισμένες μετρήσεις πολύ ψηλά στην καταλληλότητα για πρωθυπουργός. Αποδείχθηκε, όμως, ότι ήταν «βούτυρο στο ψωμί» του κ. Μητσοτάκη, καθώς όσο «κρύωνε» το θέμα των Τεμπών, τόσο έχανε τη δυναμική της η Πλεύση Ελευθερίας. Σε αυτό βοήθησαν ο εκρηκτικός της χαρακτήρας και η συμπεριφορά της στη Βουλή και στα δικαστήρια.
Επίσης, οι πολίτες διαπίστωσαν ότι σε αυτό το κόμμα διαμαρτυρίας υπάρχει μόνο η αρχηγός. Πώς θα μπορούσε με αυτά τα δεδομένα να γίνει αξιωματική αντιπολίτευση και, πολύ περισσότερο, πώς θα μπορούσε να κοντραριστεί με τη Ν.Δ. για την πρωτιά και να διεκδικήσει την κυβέρνηση;
Ο Αλέξης Τσίπρας από την ημέρα που παραιτήθηκε και ιδιώτευσε, μέχρι και σήμερα, ποτέ δεν μετρήθηκε στις δημοσκοπήσεις ως ένας υπολογίσιμος αντίπαλος του κ. Μητσοτάκη. Τα ευρήματα από τις μετρήσεις της κοινής γνώμης, πάντα τον έδειχναν πολύ χαμηλά.
Όλο αυτό το διάστημα που στις μετρήσεις έμπαιναν και έβγαιναν διάφορα πρόσωπα, αυτός που δεν έδειχνε δυναμική ήταν ο κ. Ανδρουλάκης, παρόλο που το ΠΑΣΟΚ είχε εδραιωθεί για τα καλά στη δεύτερη θέση.
Το προφίλ του κ. Ανδρουλάκη, ακόμη και τώρα, είναι χαμηλά στα δημοσκοπικά ευρήματα και, όπως δείχνουν τα πράγματα, θα είναι η πρώτη φορά που το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα συμπαρασύρει προς τα επάνω τον αρχηγό και την ηγετική του ομάδα. Αυτό για πολλούς στο ΠΑΣΟΚ και στο χώρο της αντιπολίτευσης μπορεί να φαίνεται και να ακούγεται παράδοξο, όμως είναι αποτέλεσμα πολλών παραγόντων.
Με την τακτική που ακολούθησε και τις πολιτικές θέσεις που εξέφρασε ο κ. Ανδρουλάκης πέτυχε σημαντικούς στόχους. Πρώτον, να χτίσει για το κόμμα του ένα αξιόπιστο προφίλ, που θα εμπιστευτούν οι πολίτες, ακόμα και αν δεν έχει ελπίδες για νίκη στις εκλογές. Το δημοσκοπικό χάσμα έτσι και αλλιώς με το πρώτο κόμμα είναι αγεφύρωτο, εν όψει των εκλογών του 2027, και αυτό το γνωρίζει ο κ. Ανδρουλάκης.
Το ΠΑΣΟΚ έχει καταφέρει απέναντι στην παντοδυναμία –από κάθε άποψη– της Ν.Δ. να ασκεί τα αντιπολιτευτικά του καθήκοντα επί της ουσίας (όπως στις υποκλοπές), να ανοίγει μεγάλα πολιτικά θέματα και, κυρίως, να ακούγονται οι θέσεις του. Με απλά λόγια, να μην παρασύρεται από τις έξαλλες φωνές των υπόλοιπων μικρών κομμάτων και να δείχνει στοιχεία αξιόπιστης κυβερνησιμότητας. Δεν κερδίζει πάντα τις εντυπώσεις, αλλά είναι γνωστό πως όποιος φωνάζει, δεν έχει πάντα δίκιο.
Έτσι λοιπόν, στην πορεία προς τις εκλογές άρχισε να ξεκαθαρίζει το δίπολο Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ, και αυτό φάνηκε στη Βουλή. Η προχθεσινή συζήτηση ήταν μια πρόβα για το προεκλογικό σκηνικό που θα βρούμε μπροστά μας.

