Ένας από τους συγγραφείς που αγαπάω είναι ο Νίκος Τσιφόρος – του οποίου όλα τα βιβλία όχι μόνο έχω αλλά τα έχω διαβάσει και από δυο φορέ...
Ένας από τους συγγραφείς που αγαπάω είναι ο Νίκος Τσιφόρος – του οποίου όλα τα βιβλία όχι μόνο έχω αλλά τα έχω διαβάσει και από δυο φορές, τουλάχιστον, το καθένα.
Η γραφή του απλή, χιουμοριστική με πολλές αλήθειες.
Σε ένα από τα βιβλία του (“Ιστορία της Γαλλίας” - κεφάλαιο 8), αναφέρεται στην Αναγέννηση. Εκεί πράγματι κάτι αλλάζει ριζικά: ο άνθρωπος ξαναμπαίνει στο κέντρο. Από τον φόβο και τη δεισιδαιμονία του Μεσαίωνα, περνά σε μια εποχή όπου η σκέψη, η τέχνη και η γνώση αποκτούν αξία. Και αυτή η αλλαγή δεν ξεκίνησε από στρατηγούς ή εμπόρους — ξεκίνησε από συγγραφείς.
Όταν μιλά για την αρχαία Ελλάδα, στην ουσία δείχνει προς μορφές όπως ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης. Δεν θυμόμαστε τους περισσότερους στρατηγούς της εποχής τους — θυμόμαστε αυτούς που έδωσαν σχήμα στη σκέψη.
Γράφει συγκεκριμένα:
“Αναγέννηση λέγεται εκείνη η περίοδος ανάμεσα στον 15ο και 16ο αιώνα, που ξανάφτιαξε την Ευρώπη τόπο ανθρώπων και όχι τόπο κτηνών, όπως ήτανε.
Η Αναγέννηση άρχισε από την Ιταλία.
Χώρα πιο φωτεινή, με περισσότερη ιστορία, με περισσότερο πνεύμα από τις άλλες σκοτεινές,, ξεπέταξε πρώτα πρώτα συγγραφείς.
Όλα, όπως και να το κάνουμε, αρχίζουν από τους συγγραφείς.
Εμείς εδώ, που είμαστε ακόμα και σήμερα δυστυχώς πολύ πίσω, δεν το εκτιμάμε αυτό. Λέμε “τα λεφτά, η ουσία”. Κι όμως, είναι λάθος, γιατί αν η αρχαία Ελλάδα άφησε κληρονομιά, την άφησε από τους συγγραφείς της, τους φιλοσόφους της και μετά τους καλλιτέχνες της. Αυτή είναι η αλήθεια και κανένα αναπτυγμένος και έξυπνος άνθρωπος δεν μπορεί να την αμφισβητήσει.
Ένας μεγάλος στρατηγός κάνει πόλεμο και σκοτώνει. Ένας μεγάλος συγγραφέας αφήνει πνεύμα και μορφώνει. Κι η ανθρωπότητα πάει μπροστά με το πνεύμα, όχι με τους σκοτωμούς και τους εφήμερα πλούσιους, που σήμερα είναι και σε δυο γενιές χάνονται και φτωχαίνουν οι απόγονοί τους….
[...] Πάνω σ’ αυτά ήρθε η τυπογραφία, να ήρθανε τα βιβλία, να μάθουν θέλανε όλοι που μέχρι τότε ήτανε στουρνάρια. Στην αρχή, βέβαια, έπεσε η εκκλησία, θρησκευτικά βιβλία και τέτοια. Αλλά βγήκανε συγγραφείς, δημοσιευτήκανε αρχαία ελληνικά κείμενα, διαβάσανε, ξύπνησε ο κόσμος.
Κι άμα ξυπνάει το μυαλό του ανθρώπου, πάει, δεν το κρατάς. Κι αυτή είναι η σωστή Αναγέννηση...”
Αν ο Τσιφόρος έγραφε για τη σημερινή Ελλάδα, δεν θα έκανε ανάλυση — θα μας “χτύπαγε” με χαμόγελο και θα μας άφηνε να ντραπούμε μόνους μας.
Κάπως έτσι θα ακουγόταν:
“Η σημερινή Ελλάδα είναι μια χώρα που έμαθε να μιλάει πολύ και να θυμάται λίγο.
Παλιά είχαμε φτώχεια και όνειρα. Τώρα έχουμε δόσεις και δικαιολογίες.
Προοδεύσαμε, θα μου πεις. Ναι, προοδεύσαμε — μάθαμε να βαφτίζουμε την αδυναμία “ρεαλισμό” και την απραξία “σοφία”.
Ο Έλληνας σήμερα είναι μορφωμένος. Έχει πτυχία, μεταπτυχία, ξέρει και δυο ξένες γλώσσες — για να μπορεί να φύγει πιο εύκολα στο εξωτερικό. Γιατί εδώ, λέει, δεν γίνεται τίποτα.
Κι όμως, το “τίποτα” το φτιάχνουμε μόνοι μας, με μεγάλη επιμέλεια.
Τους συγγραφείς δεν τους διαβάζουμε, τους θυμόμαστε όταν πεθαίνουν. Τους ποιητές τους τιμάμε με στεφάνια και τους ξεχνάμε με την ίδια ευκολία που ξεχνάμε και τα λόγια τους.
Θέλουμε πολιτισμό, αλλά χωρίς να μας ενοχλεί.
Η πολιτική είναι ένα θέατρο χωρίς καλούς ηθοποιούς και χωρίς καλό έργο. Το κοινό όμως χειροκροτεί — όχι γιατί ενθουσιάζεται, αλλά γιατί φοβάται να σηκωθεί να φύγει.
Τα λεφτά είναι ο νέος θεός. Όχι γιατί τα αγαπάμε — αλλά γιατί φοβόμαστε μην τα χάσουμε πριν καν τα αποκτήσουμε.
Και μέσα σ’ αυτόν τον φόβο, ξεχάσαμε να ζούμε.
Κάποτε αυτή η χώρα έβγαζε ανθρώπους που έγραφαν ιστορία. Τώρα βγάζει ανθρώπους που σχολιάζουν την ιστορία στο διαδίκτυο.
Και όμως — μην το γελάς. Ο Έλληνας έχει ακόμα μέσα του κάτι που δεν λέει να πεθάνει. Μια τρέλα, μια περηφάνια, ένα “δεν βαριέσαι” που, αν ποτέ γίνει “ας το κάνουμε”, μπορεί να ξαναφτιάξει τα πάντα.
Γιατί αυτή η χώρα, ό,τι και να γίνει, δεν χάνεται. Μόνο καθυστερεί.
Και μέσα σ’ όλα, ήρθε και το καινούργιο θαύμα — το Facebook.
Εκεί όπου ο άνθρωπος δεν ζει για να ζήσει, αλλά για να φωτογραφηθεί ότι ζει.
Τρώει για να το δείξει, ταξιδεύει για να το ανεβάσει, χαμογελάει για να μαζέψει “μου αρέσει”.
Παλιά ο κόσμος διάβαζε ένα βιβλίο για να ανοίξει το μυαλό του. Τώρα ανοίγει το κινητό του για να το κλείσει λίγο ακόμα.
Δεν τον νοιάζει τι γράφτηκε, τον νοιάζει πόσοι το είδαν.
Δεν τον νοιάζει τι σκέφτηκε, τον νοιάζει τι εντύπωση άφησε.
Κι έτσι, σιγά σιγά, χωρίς φασαρία, ο άνθρωπος έπαψε να μορφώνεται και άρχισε να διαφημίζεται.
Και το χειρότερο δεν είναι ότι δεν διαβάζει.
Είναι ότι νομίζει πως δεν χρειάζεται να διαβάσει.
Γιατί όταν η σκέψη αντικαθίσταται από τα “λάικ”, τότε δεν μιλάμε πια για πρόοδο. Μιλάμε για μια καινούργια μορφή τύφλωσης — αυτή που δεν πονάει και γι’ αυτό είναι πιο επικίνδυνη.”
ΥΓ: Σε μια ερώτηση κάποτε “τι μου προτείνεις να διαβάσω”, απάντησα όπως ο Μαρκοράς στην Κουντουράτου, στους “δύο ξένους”.
“Εσύ, μάτια μου, και το λογαριασμό της ΔΕΗ να διαβάσεις, καλό θα σου κάνει”.
Φυσικά, με… μπλόκαρε!!!


