Η πρόσφατη σύλληψη ακόμη ενός γιατρού για «φακελάκι» προφανώς και δεν πέφτει σαν κεραυνός εν αιθρία. Δεν μας ρίχνει από τα σύννεφα. Εδώ...
Η πρόσφατη σύλληψη ακόμη ενός γιατρού για «φακελάκι» προφανώς και δεν πέφτει σαν κεραυνός εν αιθρία. Δεν μας ρίχνει από τα σύννεφα. Εδώ και δεκαετίες, τέτοια περιστατικά έρχονται στο φως, με τη δικαιοσύνη συχνά να εξαντλεί την επιείκειά της σε μικρές ποινές, με αποτέλεσμα να δημιουργείται η διάχυτη και εξοργιστική εντύπωση ότι οι ίδιοι άνθρωποι επιστρέφουν αλώβητοι στο σύστημα για να συνεχίσουν τη δράση τους.
Όλοι μας, λίγο-πολύ, έχουμε γίνει μάρτυρες τέτοιων καταστάσεων — είτε μέσα από προσωπικές οδύσσειες είτε μέσα από βιώματα συγγενών και φίλων.
Κάθε σύλληψη γιατρού για φακελάκι στα δημόσια νοσοκομεία επαναφέρει στο προσκήνιο ένα διαχρονικό, ευαίσθητο και βαθιά κοινωνικό ζήτημα.
Παρότι κάθε δικαστική υπόθεση αφορά συγκεκριμένα πρόσωπα και ατομικές ευθύνες, το φαινόμενο που αποκαλύπτεται πίσω από τις κουρτίνες είναι πολύ πιο σύνθετο από μια απλή παραβίαση του νόμου.
Το Εθνικό Σύστημα Υγείας λειτουργεί σταθερά υπό συνθήκες ακραίας πίεσης, με δραματικές ελλείψεις προσωπικού, ατέλειωτες λίστες αναμονής και καταιγιστικό όγκος περιστατικών. Σε αυτό το περιβάλλον, η πρόσβαση στην υγεία παύει να είναι ισότιμη. Ο χρόνος και η ταχύτητα περίθαλψης αποκτούν ξαφνικά μια στρεβλή «αξία» και το «φακελάκι» εμφανίζεται τότε ως μια παράλληλη, άτυπη και κυνική «διέξοδος» για απελπισμένους ασθενείς, οι οποίοι πιστεύουν ότι πληρώνοντας θα εξασφαλίσουν ταχύτερη ή καλύτερη εξυπηρέτηση.
Αυτή η πρακτική όμως διαβρώνει ανεπανόρθωτα την αρχή της ισότιμης πρόσβασης στην υγεία.
Κάθε περιστατικό χρηματισμού έχει συνέπειες που ξεπερνούν μακράν το ίδιο το γεγονός. Οι πολίτες αρχίζουν δικαιολογημένα να αμφισβητούν αν όλοι αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο ή αν η ποιότητα της φροντίδας εξαρτάται τελικά από το πάχος του πορτοφολιού τους ή από μια προνομιακή «προσωπική σχέση» με τον γιατρό. Αυτή η διάβρωση της εμπιστοσύνης είναι ίσως η πιο σοβαρή παρενέργεια της διαφθοράς, καθώς επηρεάζει συνολικά τη σχέση της κοινωνίας με τους δημόσιους θεσμούς και κλονίζει την πίστη των πολιτών στο κοινωνικό κράτος.
Είναι, βέβαια, χρέος δικαιοσύνης να τονιστεί ότι αυτές οι παραβατικές συμπεριφορές δεν αντιπροσωπεύουν το σύνολο του ιατρικού κόσμου. Η πλειοψηφία των γιατρών εργάζεται με επαγγελματισμό, αυταπάρνηση και επιστημονική ηθική, συχνά κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες. Ωστόσο, η ύπαρξη ακόμη και λίγων περιστατικών διαφθοράς λερώνει ολόκληρο το σύστημα και αναδεικνύει την επιτακτική ανάγκη για αυστηρότερους μηχανισμούς ελέγχου, απόλυτη διαφάνεια στις διαδικασίες και καλύτερη οργάνωση των νοσοκομείων, ώστε να εκμηδενίζονται τα «γκρίζα» παράθυρα για τέτοιες πρακτικές.
Το «φακελάκι» δεν είναι νέο φαινόμενο. Επιμένει και επιβιώνει επειδή, σαν παράσιτο, τρέφεται από τρεις συγκεκριμένους παράγοντες: στις καθυστερήσεις του συστήματος που σπρώχνουν τον ασθενή στην απόγνωση, στην ανοχή ή τον φόβο ορισμένων πολιτών που επιβάλλει τον νόμο της σιωπής, και σε προφανή κενά εποπτείας, ελέγχου ή αυστηρής τιμωρίας.
Όσο αυτοί οι παράγοντες παραμένουν ανέπαφοι, το πρόβλημα δεν πρόκειται να αντιμετωπιστεί ριζικά μόνο με τις συλλήψεις, αλλά απαιτείται συνολική θεσμική και οργανωτική παρέμβαση.
Οι συλλήψεις για χρηματισμό δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως απλές ειδήσεις του αστυνομικού ρεπορτάζ. Είναι ηχηρά καμπανάκια κινδύνου για ένα σύστημα υγείας που δοκιμάζεται στα όριά του. Δείχνουν ότι η καταστολή κατά της διαφθοράς είναι απαραίτητη, αλλά όχι αρκετή από μόνη της. Χρειάζεται ταυτόχρονα γενναία ενίσχυση της δημόσιας υγείας, θωράκιση της διαφάνειας και έμπρακτη αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών. Μόνο έτσι μπορεί να περιοριστεί και να ξεριζωθεί οριστικά ένα φαινόμενο που δεν είναι μόνο παράνομο, αλλά και βαθιά αντικοινωνικό.



