Η φωτιά που κατέκαψε ένα μικρό κατάστημα στη Γαστούνη δεν ήταν απλώς μια ακόμη πράξη βανδαλισμού. Ήταν ένα μήνυμα. Ένα μήνυμα ωμό, σχε...
Και όσο κι αν αυτή η φράση ακούγεται βαριά, τα γεγονότα την επιβεβαιώνουν με τρόπο αμείλικτο.
Λίγους μήνες μετά τον άγριο ξυλοδαρμό του ίδιου ανθρώπου από ομάδα 15 ατόμων, το κατάστημά του – σύμβολο μιας προσπάθειας να ξανασταθεί όρθιος – παραδίδεται στις φλόγες. Στο κέντρο μιας πόλης. Όχι σε κάποιο απομονωμένο χωριό. Εκεί όπου θεωρητικά υπάρχει παρουσία, έλεγχος, επιτήρηση.
Και μέσα σε όλα αυτά; Μια δημοτική αρχή που αρκείται σε δηλώσεις περί «ασφάλειας» και σε αλλεπάλληλες συσκέψεις για να… συζητήσει το πρόβλημα. Ένα πρόβλημα που όλοι αναγνωρίζουν, αλλά κανείς δεν λύνει.
Η Γαστούνη, με την ανοχή των αρμοδίων, έχει μετατραπεί εδώ και χρόνια σε γκρίζα ζώνη παραβατικότητας. Οι πολίτες ζουν με τον φόβο – όχι ως εξαίρεση, αλλά ως καθημερινότητα. Κοιμούνται και ξυπνούν με την αγωνία για το τι μπορεί να συμβεί την επόμενη στιγμή.
Κι όμως, οι δράστες έδρασαν ανενόχλητοι.
Έσπασαν. Μπήκαν. Έκαψαν. Έφυγαν.
Και η Αστυνομία; Ήρθε «κατόπιν εορτής». Όπως σχεδόν πάντα.
Αυτό δεν είναι απλώς επιχειρησιακή αποτυχία. Είναι μια παγιωμένη κατάσταση αδυναμίας – ή, ακόμη χειρότερα, ανοχής.
Η Αστυνομική Διεύθυνση Ηλείας δείχνει για πολλοστή φορά ότι αδυνατεί να ελέγξει όχι μόνο τα οργανωμένα κυκλώματα, αλλά ακόμη και στοιχειώδη φαινόμενα ωμής βίας μέσα στον αστικό ιστό. Και όταν η βία επαναλαμβάνεται στον ίδιο άνθρωπο, στο ίδιο σημείο, τότε μιλάμε για πλήρη κατάρρευση της αποτρεπτικής λειτουργίας του κράτους.
Το αφήγημα «τάξη και ασφάλεια» μοιάζει πλέον με κακόγουστο σύνθημα. Στην πράξη, η «τάξη» εξαντλείται σε ελέγχους βιτρίνας και πρόστιμα εύκολης είσπραξης. Η «ασφάλεια» μετατρέπεται σε προσωπική υπόθεση του κάθε πολίτη.
Και κάπου εδώ γεννιέται ένα επικίνδυνο ερώτημα:
όταν ο πολίτης νιώθει απροστάτευτος, τι κάνει;
Σιωπά; Φεύγει; Ή αρχίζει να παίρνει τον νόμο στα χέρια του;
Καμία από αυτές τις απαντήσεις δεν είναι καλή για μια δημοκρατία.
Γιατί η ασφάλεια δεν είναι πολυτέλεια. Είναι θεμελιώδης υποχρέωση της Πολιτείας. Και όταν αυτή η υποχρέωση εγκαταλείπεται, το κενό δεν μένει ποτέ κενό – το γεμίζει η αυθαιρεσία, ο φόβος και τελικά η βία.
Η Γαστούνη σήμερα δεν είναι εξαίρεση. Είναι προειδοποίηση.
Και όσο οι αρμόδιοι περιορίζονται σε εμφανίσεις μετά το γεγονός, δηλώσεις και διαπιστώσεις, τόσο το μήνυμα προς την κοινωνία θα παραμένει το ίδιο:
Δεν προλάβαμε. Δεν μπορέσαμε. Δεν αποτρέψαμε.
Αλλά τότε, ποιος ακριβώς είναι ο ρόλος τους;


