Η είδηση για τις δύο 17χρονες που πέφτουν από τον 6ο όροφο μιας πολυκατοικίας δεν είναι απλώς μια τραγωδία· είναι η κραυγή ενός κόσμου που...
Η είδηση για τις δύο 17χρονες που πέφτουν από τον 6ο όροφο μιας πολυκατοικίας δεν είναι απλώς μια τραγωδία· είναι η κραυγή ενός κόσμου που γκρεμίζεται.
Ζούμε σε μια εποχή όπου άνθρωποι σκοτώνουν τη γυναίκα τους σαν να ξεχνούν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα τι σημαίνει αγάπη, οικογένεια και άνθρωπος, ενώ οι οδηγοί μετατρέπουν καθημερινά τον δρόμο σε μια αρένα μίσους και εκτόνωσης.
Την ίδια στιγμή, ανήλικοι εισέρχονται στον σκοτεινό κόσμο της βίας, των συμμοριών και του εκφοβισμού, μεγαλώνοντας σε μια κοινωνία χωρίς όρια, χωρίς υγιή πρότυπα και, το κυριότερο, χωρίς ελπίδα.
Το ερώτημα που αναδύεται πλέον δεν είναι απλώς κοινωνικό, αλλά βαθιά υπαρξιακό: Τι είδους κοινωνία οικοδομήσαμε; Φτιάξαμε έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι μιλούν ακατάπαυστα αλλά δεν επικοινωνούν ποτέ, γεμάτο με χιλιάδες «φίλους» στα κοινωνικά δίκτυα και σπίτια άδεια από πραγματική, ουσιαστική παρουσία. Μάθαμε να μετράμε την αξία μας με χρήματα, likes, επιρροή και δύναμη, παραμερίζοντας την καλοσύνη, τη συμπόνια και την ψυχική αντοχή.
Τα παιδιά μας μεγαλώνουν μέσα σε έναν καταιγισμό εικόνων βίας και τοξικότητας, όπου η απαξίωση της ανθρώπινης ζωής σερβίρεται ως καθημερινότητα. Βλέπουν ανθρώπους να εξευτελίζονται δημόσια και να «εκτελούνται» λεκτικά στις οθόνες, μαθαίνοντας πως η ευγένεια είναι αδυναμία και η επιθετικότητα «μαγκιά».
Μέσα σε αυτόν τον εκκωφαντικό θόρυβο, ο άνθρωπος χάνεται. Οι γονείς είναι εξαντλημένοι, οι νέοι απογοητευμένοι, οι ηλικιωμένοι εγκαταλελειμμένοι και οι θεσμοί πλήρως απαξιωμένοι.
Όμως, κανείς δεν γεννιέται βίαιος ούτε χωρίς ελπίδα.
Κάτι σπάει στην πορεία.
Σπάει όταν το παιδί μεγαλώνει χωρίς να το ακούει κανείς, όταν ο άνθρωπος νιώθει μόνος μέσα στο πλήθος, όταν επενδύουμε στην εικόνα και όχι στην ψυχή, και όταν η παιδεία περιορίζεται σε βαθμούς αντί για αξίες.
Αυτά τα περιστατικά δεν είναι «μεμονωμένα».
Είναι ο καθρέφτης μιας βαθιά κουρασμένης κοινωνίας που έμαθε να τρέχει γρήγορα αλλά ξέχασε πού πηγαίνει, που διαθέτει άφθονη τεχνολογία αλλά ελάχιστη ανθρωπιά, και που πνίγεται στην πληροφορία στερούμενη σοφίας. Η μεγαλύτερη τραγωδία δεν είναι μόνο τα εγκλήματα ή οι αυτοκαταστροφικές πράξεις, αλλά το γεγονός ότι αρχίζουμε να τα συνηθίζουμε.
Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο σημείο: η συνήθεια στο σκοτάδι.
Αν θέλουμε πραγματικά να αλλάξει κάτι, δεν αρκούν οι καταγγελίες και οι κραυγές στα παράθυρα των ειδήσεων. Χρειάζεται μια επώδυνη επιστροφή στις βασικές ανθρώπινες αξίες, στην οικογένεια που ακούει πραγματικά, στο σχολείο που μορφώνει χαρακτήρες και σε μια πολιτεία που δεν αντιμετωπίζει την ύπαρξη ως έναν ψυχρό αριθμό. Γιατί πίσω από κάθε τραγωδία, υπήρχε πάντα ένας άνθρωπος που φώναζε σιωπηλά για βοήθεια και, δυστυχώς, κανείς δεν ήταν εκεί για να τον ακούσει.


