Η μεταβλητότητα της καρδιακής συχνότητας αποτελεί έναν κρίσιμο δείκτη της υγείας του ανθρώπινου οργανισμού. Αναφέρεται στις αλλαγές στον...
Τα σύγχρονα έξυπνα ρολόγια μπορούν να παρακολουθούν μια μεγάλη ποικιλία δεικτών υγείας. Τα βήματα και ο καρδιακός ρυθμός βρίσκονται στην πιο απλή κατηγορία, ενώ δείκτες όπως η μέγιστη πρόληψη οξυγόνου και τα επίπεδα οξυγόνου στο αίμα απευθύνονται σε όσους ενδιαφέρονται πολύ για τη φυσική τους κατάσταση. Ωστόσο, υπάρχει μια κατηγορία που έχει κερδίσει ιδιαίτερη προσοχή τελευταία: η μεταβλητότητα καρδιακής συχνότητας (Hearrt Rate Variabiltiy – HRV).
Οι καρδιολόγοι εξηγούν ότι πρόκειται για τη χρονική διακύμανση μεταξύ δύο διαδοχικών καρδιακών παλμών, η οποία μετριέται σε χιλιοστά του δευτερολέπτου (ms) και καθορίζεται από φυσιολογικούς μηχανισμούς, όπως π.χ. η αναπνευστική λειτουργία, το αυτόνομο νευρικό σύστημα, αλλά και από παθολογικούς ή περιβαλλοντικούς μηχανισμούς. Σε έναν τυπικό καρδιακό ρυθμό, σημειώνει ο Εconomist, χαμηλότερο σκορ συνήθως υποδηλώνει καλύτερη καρδιαγγειακή κατάσταση.
Στην HRV όμως, ισχύει το αντίθετο: H υψηλή μεταβλητότητα της καρδιακής συχνότητας υποδηλώνει καλύτερη καρδιακή λειτουργία. Η HRV προκύπτει από τον τρόπο που το σώμα ρυθμίζει την καρδιά μέσω του αυτόνομου νευρικού συστήματος, το οποίο ελέγχει υποσυνείδητα τη θερμοκρασία σώματος, την αναπνοή και την πέψη. Το σύστημα αυτό αποτελείται από δύο αντίθετα μέρη. Το συμπαθητικό νευρικό σύστημα επιταχύνει την καρδιά σε περιπτώσεις άσκησης ή συναισθηματικής φόρτισης, κυρίως μέσω ορμονών και νευροδιαβιβαστών.
Ως αποτέλεσμα, όταν ο καρδιακός ρυθμός επιταχύνεται, η χρονική απόσταση μεταξύ των χτυπημάτων γίνεται πιο σταθερή. Το άλλο μέρος είναι το παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα, το οποίο επιβραδύνει την καρδιά όταν χρειάζεται χαλάρωση. Η επικοινωνία γίνεται μέσω ηλεκτρικών σημάτων που μεταδίδονται από τον πνευμονογαστρικό νεύρο, επιτρέποντας λεπτομερή έλεγχο στιγμής προς στιγμή. Ετσι, η HRV αυξάνεται, για παράδειγμα, όταν η καρδιά επιταχύνει κατά την εισπνοή και επιβραδύνει στην εκπνοή. Ολοι οι τύποι στρες, σύμφωνα με τον Economist, ψυχολογικοί ή σωματικοί, ενισχύουν το συμπαθητικό σύστημα και μειώνουν την HRV.
Σκληρή προπόνηση, έλλειψη ύπνου, κρυολόγημα, οικογενειακές εντάσεις ή οικονομικές ανησυχίες μπορεί να προκαλέσουν πτώση της HRV για ώρες ή και ημέρες. Για τον γενικό πληθυσμό, υψηλή HRV υποδηλώνει ένα υγιές αυτόνομο νευρικό σύστημα και ένα σώμα ικανό να προσαρμόζεται σε στρεσογόνες καταστάσεις. Συνδέεται με μικρότερο κίνδυνο καρδιακών επεισοδίων και μεγαλύτερες πιθανότητες επιβίωσης αν αυτά συμβούν.
Επιπλέον, σχετίζεται με βραδύτερη εξέλιξη της άνοιας, λιγότερη φλεγμονή, χαμηλότερο κίνδυνο κατάθλιψης και άλλα. Για τον μέσο άνθρωπο, η HRV λειτουργεί ως δείκτης συσσωρευμένου στρες. Για τους αθλητικούς τύπους, χαμηλή HRV μπορεί να υποδηλώνει υπερπροπόνηση και την ανάγκη για ξεκούραση. Ωστόσο, οι αριθμοί χρειάζονται προσεκτική ερμηνεία: μια κουραστική βόλτα με το ποδήλατο ή μερικές μπίρες στο μπαρ μπορούν να μειώσουν την HRV προσωρινά, όπως και μια απρόσμενη ειδοποίηση από την εφορία.
Για όσους παρακολουθούν συστηματικά την HRV, καταλήγει ο Economist, η τήρηση ημερολογίου μπορεί να μετατρέψει τα δεδομένα σε χρήσιμη πληροφορία. Η κατανόηση των αριθμών είναι αυτό που διαφοροποιεί τα απλά στατιστικά από τις πραγματικά πολύτιμες ενδείξεις για την υγεία.
Πηγή: Protagon.gr

