Η απόφαση της Δικαιοσύνης να αφήσει ελεύθερους με περιοριστικούς όρους τους κατηγορούμενους Ρομά για τον άγριο ξυλοδαρμό του περιπτερά κα...
Η απόφαση της Δικαιοσύνης να αφήσει ελεύθερους με περιοριστικούς όρους τους κατηγορούμενους Ρομά για τον άγριο ξυλοδαρμό του περιπτερά και του γιου του στη Γαστούνη, δεν είναι απλώς μια δικαστική κρίση. Είναι ένα μήνυμα. Και το μήνυμα που εισπράττει η κοινωνία είναι λάθος.
Όταν ένας επαγγελματίας κλείνει την επιχείρησή του του από φόβο, όταν δηλώνει ότι σκέφτεται να εγκαταλείψει την πόλη όπου έζησε και εργάστηκε, τότε δεν μιλάμε για μια «τυπική υπόθεση». Μιλάμε για ρήγμα στον κοινωνικό ιστό. Μιλάμε για πολίτες που αισθάνονται απροστάτευτοι.
Μιλάμε για κατηγορούμενους που έχουν στο παρελθόν απασχολήσει τις αρχές για αξιόποινες πράξεις όπως κλοπές.
Και όμως, η απόφαση ήταν ελευθερία με όρους.
Η Δικαιοσύνη οφείλει να είναι ανεξάρτητη. Οφείλει να βασίζεται στη δικογραφία, στα στοιχεία, στη νομική τεκμηρίωση.
Όμως οφείλει και κάτι ακόμη: να πείθει την κοινωνία ότι αποδίδει ασφάλεια και ισορροπία.
Όταν η κοινωνία παύει να πείθεται, τότε γεννιέται η δυσπιστία. Και η δυσπιστία είναι επικίνδυνη — γιατί τρέφει την οργή και η οργή τρέφει τον διχασμό.
Το ερώτημα δεν είναι αν οι κατηγορούμενοι έχουν δικαιώματα. Προφανώς έχουν.
Το ερώτημα είναι αν το θύμα αισθάνεται ότι έχει το κράτος στο πλευρό του. Αν μπορεί να κοιμηθεί ήσυχος. Αν μπορεί να ξανανοίξει το μαγαζί του χωρίς να φοβάται.
Όταν ο νομοταγής πολίτης αναγκάζεται να κλείσει την επιχείρηση από την οποία ζούσε μια ολόκληρη οικογένεια και σκέφτεται να φύγει από τη Γαστούνη, ενώ οι κατηγορούμενοι επιστρέφουν σπίτια τους, τότε κάτι δεν λειτουργεί σωστά στην αντίληψη της κοινωνίας. Και αυτή η αντίληψη — δίκαιη ή άδικη — είναι πολιτικό και θεσμικό ζήτημα.
Και μέσα σε όλα αυτά, η τοπική εξουσία περιορίζεται σε συσκέψεις. Συζητήσεις επί συζητήσεων. Ανακοινώσεις χωρίς αντίκρισμα. Λόγια που ακούγονται κάθε φορά μετά από ένα περιστατικό — και ξεχνιούνται μέχρι το επόμενο.
Χρόνια τώρα ακούμε τα ίδια. Για παραβατικότητα. Για σχέδια. Για «παρεμβάσεις». Και κάθε φορά, τίποτα δεν αλλάζει.
Και πώς να αλλάξει, όταν το πρόβλημα αντιμετωπίζεται όχι ως ζήτημα κοινωνικής ένταξης και νομιμότητας, αλλά ως εκλογική δεξαμενή;
Όταν ορισμένοι θυμούνται συγκεκριμένες κοινότητες μόνο λίγο πριν ανοίξουν οι κάλπες;
Όταν οι σχέσεις χτίζονται πάνω σε υποσχέσεις και ανταλλάγματα αντί για κανόνες που ισχύουν για όλους;
Το πρόβλημα δεν είναι οι άνθρωποι.
Το πρόβλημα είναι το πελατειακό σύστημα που αναπαράγει εξαρτήσεις, κλείνει τα μάτια στην ανομία και μετά παριστάνει τον έκπληκτο.
Όσο η πολιτική μετρά ψήφους και όχι συνέπειες, τίποτα δεν θα αλλάζει.
Και όσο οι τοπικές αρχές περιορίζονται σε συσκέψεις και διαπιστώσεις, η κοινωνία θα νιώθει ότι μένει μόνη.
Η κοινωνία κουράστηκε να ακούει διαπιστώσεις. Ζητά πράξεις.
Η εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη δεν χάνεται από μια απόφαση. Χάνεται όταν οι αποφάσεις δεν εξηγούνται, δεν γίνονται κατανοητές και δεν συνοδεύονται από το αίσθημα προστασίας.
Ο πολίτης δεν ζητά εκδίκηση. Ζητά ασφάλεια.
Και όταν η ασφάλεια μοιάζει πολυτέλεια, τότε η οργή γίνεται φωνή.
Όπως σε εκείνη τη θρυλική ατάκα του ελληνικού κινηματογράφου: «Είναι πολλά τα λεφτά, Άρη».
Και ο νοών νοείτω.

