Το πολιτικό σκηνικό της Ηλείας βρισκόταν πάντα στο επίκεντρο έντονων ισορροπιών, όμως η τρέχουσα περίοδος αναδεικνύει μια βαθιά αντίθεσ...
Μια σύγκριση ανάμεσα στη Διονυσία-Θεοδώρα Αυγερινοπούλου και τον Ανδρέα Νικολακόπουλο αποκαλύπτει δύο εκ διαμέτρου αντίθετες στρατηγικές, όπου η ουσία και η επικοινωνία συγκρούονται, συχνά με παράδοξα αποτελέσματα.
Αυγερινοπούλου: Η μοναχική μάχη και το επικοινωνιακό «έλλειμμα»
Από τη μία πλευρά, η Διονυσία Αυγερινοπούλου εμφανίζεται ως μια προσωπικότητα που, παρά τις δεδομένες προθέσεις της να παράξει έργο και να προωθήσει ζητήματα του νομού, φαίνεται να έχει χάσει το επικοινωνιακό παιχνίδι. Η πολιτική στις μέρες μας δεν απαιτεί μόνο παρασκηνιακή πίεση και παρουσία στα κέντρα λήψης αποφάσεων, αλλά και έναν μηχανισμό που ξέρει να μεταφράζει αυτή την προσπάθεια σε κατανοητό πολιτικό μήνυμα προς τους πολίτες.
Εδώ εντοπίζεται η μεγάλη αδυναμία.
Το «γραφείο» και το επιτελείο της βουλευτού φαίνεται να αδυνατούν να στηρίξουν και να αναδείξουν τις πρωτοβουλίες της. Η κ. Αυγερινοπούλου παλεύει ουσιαστικά μόνη της, εκτεθειμένη σε λάθη και αστοχίες που κατά καιρούς έχουν επισημανθεί. Όταν η πολιτική δράση στερείται σωστής επικοινωνιακής στρατηγικής, η πρόθεση για προσφορά «θάβεται» κάτω από την αδράνεια του επιτελείου, αφήνοντας τη βουλευτή πολιτικά ακάλυπτη.
Νικολακόπουλος: Η τέχνη των εξαγγελιών και η αυτοδιοικητική «ομπρέλα»
Στον αντίποδα, ο Ανδρέας Νικολακόπουλος ακολουθεί μια εντελώς διαφορετική, σαφώς πιο «πονηρή» και προστατευμένη τακτική. Η πολιτική του διαδρομή χαρακτηρίζεται από έναν καταιγισμό εξαγγελιών. Ωστόσο, πίσω από τους τίτλους των ειδήσεων, η ουσία παραμένει θολή. Έργα και δεσμεύσεις που παρουσιάστηκαν με τυμπανοκρουσίες έχουν πέσει στην αφάνεια, αποδεικνύοντας εκ του αποτελέσματος ότι ο πρωταρχικός στόχος ήταν η ενίσχυση της προσωπικής του εικόνας και όχι η άμεση επίλυση των προβλημάτων του νομού.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της στρατηγικής Νικολακόπουλου είναι η συστηματική προσπάθεια να «καλυφθεί» πίσω από την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Επιλέγοντας να εμφανίζεται διαρκώς στο πλευρό των Δημάρχων της Ηλείας, όπως του Δημάρχου Ανδραβίδας-Κυλλήνης Γιάννη Λέντζα, επιχειρεί να οικειοποιηθεί μέρος της δικής τους κινητικότητας. Με αυτόν τον τρόπο, δημιουργεί την ψευδαίσθηση μιας διαρκούς προσφοράς στον τόπο, ενώ στην πραγματικότητα μεταθέτει το βάρος της υλοποίησης στους ΟΤΑ, κρατώντας για τον εαυτό του μόνο το επικοινωνιακό όφελος των εξαγγελιών.
Το συμπέρασμα της κάλπης και της κοινωνίας
Η Ηλεία βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή, όπου τα χρονίζοντα προβλήματά της (υποδομές, αγροτική παραγωγή, πανεπιστημιακή αναβάθμιση) απαιτούν χειροπιαστά αποτελέσματα και όχι επικοινωνιακά τεχνάσματα.
Η Αυγερινοπούλου αδικεί τον εαυτό της και τις προσπάθειές της λόγω της ανυπαρξίας ενός σοβαρού υποστηρικτικού μηχανισμού, μένοντας εκτεθειμένη στην κριτική για τις αστοχίες της.
Ο Νικολακόπουλος, από την άλλη, διαχειρίζεται με δεξιοτεχνία την εικόνα του, όμως η πολιτική των «άδειων» εξαγγελιών και της αυτοδιοικητικής κάλυψης έχει ημερομηνία λήξης.
Οι πολίτες της Ηλείας, πλέον υποψιασμένοι, είναι σε θέση να ξεχωρίσουν ποιος παλεύει –έστω και αδέξια– και ποιος απλώς επενδύει στο πολιτικό marketing.
Στην πολιτική αρένα της Ηλείας, όπου η επικοινωνία συχνά παίρνει τη θέση της ουσίας, οι συμβολισμοί παίζουν τον πρώτο ρόλο. Μια χαρακτηριστική φωτογραφία του Ανδρέα Νικολακόπουλου να μεταφέρει μια ιερή εικόνα σε τοπική θρησκευτική τελετή έρχεται να επιβεβαιώσει του λόγου το αληθές.
Όταν οι μεγάλες εξαγγελίες για τον νομό ξεθωριάζουν και η παραγωγή πραγματικού έργου καθυστερεί, η ανάγκη για ταύτιση με το κοινό αίσθημα οδηγεί σε δοκιμασμένες συνταγές.
Η συμμετοχή στις λιτανείες και η δημόσια επίδειξη ευλάβειας δεν αποτελούν απλώς εκδήλωση προσωπικής πίστης, αλλά μια συνειδητή προσπάθεια «ευαισθητοποίησης» και προσέγγισης των πιστών.
Το να κουβαλάει ένας πολιτικός την εικόνα στους ώμους του είναι μια ισχυρή οπτική μεταφορά: επιχειρεί να δείξει ότι «σηκώνει τα βάρη» του τόπου και της παράδοσης, κερδίζοντας εύκολα το συναίσθημα της τοπικής κοινωνίας.
Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για άλλη μια κίνηση τακτικής.
Εκεί που οι πολιτικές πράξεις αδυνατούν να πείσουν, επιστρατεύεται το θρησκευτικό συναίσθημα για να καλύψει το κενό, αποδεικνύοντας ότι στο βωμό της προσωπικής προβολής όλα μπορούν να αξιοποιηθούν ως επικοινωνιακά εργαλεία.


