Η εικόνα είναι σχεδόν κωμικοτραγική: στην προβλήτα να δεσπόζουν πλωτά μεγαθήρια, σύμβολα χλιδής και παγκόσμιου τουρισμού, και λίγα μέτρα...
Κάποιοι επιμένουν να πανηγυρίζουν για τα «ρεκόρ αφίξεων», να βγάζουν selfies με φόντο τις λευκές πρύμνες και να μοιράζουν δελτία τύπου γεμάτα αυτοσυγχαρητήρια. Είναι οι ίδιοι που μετρούν την ανάπτυξη με το εκτόπισμα των πλοίων και όχι με το άνοιγμα των ταμείων.
Ας πούμε τα πράγματα με το όνομά τους:
Ανάπτυξη «transit»: Το λιμάνι έχει μετατραπεί σε έναν απλό, ψυχρό σταθμό μετεπιβίβασης. Οι τουρίστες αποβιβάζονται, μπαίνουν απευθείας στα κλιματιζόμενα λεωφορεία των προπληρωμένων πακέτων, κάνουν το πέρασμά τους και επιστρέφουν. Στο Κατάκολο αφήνουν μόνο τα καυσαέρια των πούλμαν και τα άδεια πλαστικά μπουκάλια.
Το άλλοθι της κρουαζιέρας: Οι επαγγελματίες της περιοχής καλούνται να κρατούν ανοιχτά μαγαζιά, να πληρώνουν φόρους, ενοίκια και ρεύμα με την ψευδαίσθηση ότι «κάτι θα κινηθεί». Στην πραγματικότητα, λειτουργούν ως διακοσμητικά στοιχεία για να βγάζουν οι επιβάτες φωτογραφίες «γραφικού ελληνικού λιμανιού» από το μπαλκόνι της καμπίνας τους.
Καθρεφτάκια για ιθαγενείς: Το σημερινό μοντέλο της μαζικής κρουαζιέρας είναι βαθιά αποικιοκρατικό. Τα πλοία είναι αυτόνομες πόλεις. Όταν ο τουρίστας έχει δωρεάν φαγητό, δωρεάν ποτό και δωρεάν πισίνα στο κατάστρωμα, γιατί να ξοδέψει στην τοπική αγορά; Για να αγοράσει ένα μαγνητάκι των 2 ευρώ;
Όταν η τοπική κοινωνία υπομένει την περιβαλλοντική επιβάρυνση, τη συμφόρηση και τη φθορά των υποδομών της χωρίς να εισπράττει ούτε τα ψίχουλα, αυτό δεν λέγεται τουριστική ανάπτυξη. Λέγεται εκμετάλλευση.
Αν οι «υπεύθυνοι» πιστεύουν ότι η επιτυχία μιας πόλης μετριέται με το πόσα πλοία δένουν στο λιμάνι της, ας πάνε να πληρώσουν το ρεύμα των κλειστών καταστημάτων με τις φωτογραφίες των κρουαζιερόπλοιων.


