Ένα βράδυ του Μαΐου το 2014, η γειτονιά στον Ύψωνα της Κύπρου ήταν παράξενα ήσυχη. Οι Κύπριοι γείτονες, που γνώριζαν καλά το πάθος και ...
Ένα βράδυ του Μαΐου το 2014, η γειτονιά στον Ύψωνα της Κύπρου ήταν παράξενα ήσυχη.
Οι Κύπριοι γείτονες, που γνώριζαν καλά το πάθος και την τρέλα του «Καλαμαρά» για τον τόπο του, είχαν χαμηλώσει τις φωνές τους.
Καταλάβαιναν την αγωνία του.
Εκείνος, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από την πατρίδα, παρακολουθούσε την οθόνη του υπολογιστή με την καρδιά να χτυπάει στο λαιμό. Στην άλλη άκρη της γραμμής, ο φίλος του ο Χρυσοβαλάντης Δημητρόπουλος, μετέδιδε λεπτό προς λεπτό το θρίλερ των δημοτικών εκλογών του Πύργου.
Και μετά, η εικόνα άλλαξε.
Η κάμερα εστίασε στο μπαλκόνι.
Ο Γαβρίλης Λιάτσης ανέβηκε να χαιρετήσει το πλήθος. Ήταν νικητής.
Ξαφνικά, η ησυχία της κυπριακής γειτονιάς διαλύθηκε από μια κραυγή ανακούφισης και ενθουσιασμού. Οι φωνές του ξεσήκωσαν τον κόσμο στο πόδι. Γείτονες πετάχτηκαν έξω τρομαγμένοι, νομίζοντας πως κάτι κακό είχε συμβεί, για να ακούσουν τον Γιώργο Γεωργίου να τους καθησυχάζει γελώντας: «Δεν έπαθε κάτι ο Καλαμαράς, φαίνεται πως ο φίλος του βγήκε νικητής στις εκλογές!»
Ήταν η απόλυτη δικαίωση για μια αγάπη που κρατούσε χρόνια—μια αγάπη που για χάρη της, για 12 ολόκληρα χρόνια, μετέφερε τα εκλογικά του δικαιώματα στον Πύργο μόνο και μόνο για να τον στηρίζει.
Μια αγάπη που τον είχε οδηγήσει μέχρι και στο να διαπραγματεύεται με τον Δήμαρχο Ύψωνα για μια αδελφοποίηση με τον Πύργο, χωρίς καν ο Λιάτσης να γνωρίζει τις ενέργειές του.
Όμως η ζωή και η δημοσιογραφική συνείδηση γράφουν τα δικά τους σενάρια.
Ένα χρόνο μετά, το 2015, επιστρέφοντας στην Ελλάδα, η εικόνα που αντικρίζει στον Πύργο τον πληγώνει βαθιά. Το πρόβλημα με τα απορρίμματα έχει φτάσει στο απροχώρητο. Η πόλη πνίγεται, και μαζί της πνίγεται και η καρδιά του.
Η πένα του—πάντα κοφτερή και αντικειμενική—δεν χαρίζεται σε κανέναν.
Ούτε στον άνθρωπο που λάτρεψε.
Τα «πύρινα» άρθρα διαδέχονται το ένα το άλλο.
Η κριτική του απέναντι στον Δήμαρχο πλέον είναι σκληρή, αμείλικτη.
Η σύγκρουση μέσα του τεράστια: πώς να χτυπάς δημοσιογραφικά τον άνθρωπο για τον οποίο πανηγύριζες σαν τρελός έναν χρόνο πριν;
Κι όμως, το έκανε.
Γιατί αγαπούσε τον τόπο του.
Και τότε, μες στην ένταση των ημερών, φτάνει ένα ηλεκτρονικό μήνυμα.
Αποστολέας: Γαβρίλης Λιάτσης.
Με τρεμάμενα χέρια ανοίγει το email, περιμένοντας ίσως οργή, παράπονο ή πολιτική αντιπαράθεση. Αντί για αυτά, διαβάζει λέξεις που συμπυκνώνουν όλη τη μεγαλοψυχία μιας άλλης εποχής:
«Ότι κι αν γράφεις εναντίον μου, εγώ πάντα θα σε αγαπάω. Ξέρω ότι τα γράφεις για το καλό μου.»
Τα χρόνια πέρασαν, οι θητείες τελείωσαν, τα φώτα της πολιτικής έσβησαν και οι τίτλοι κιτρίνισαν. Όμως, ακόμα και σήμερα, το τηλέφωνο χτυπάει. Στην άλλη άκρη της γραμμής είναι η ίδια γνώριμη φωνή. Δεν ζητάει ψήφους, δεν σχολιάζει πολιτικά, δεν κρατάει κακία.
«Τι κάνεις; Είσαι καλά; Πότε θα σε δω;» ρωτάει απλά.
Σε έναν κόσμο σημερινό, γεμάτο αποστειρωμένους πολιτικούς, εγωισμούς και εφήμερες δημόσιες σχέσεις, αυτή η ιστορία στέκεται σαν φάρος. Θυμίζει πως πάνω από τα αξιώματα, τις διαφωνίες και τα άρθρα, υπάρχει μια σπάνια, παλαιάς κοπής λεβεντιά. Μια αυθεντική ανθρώπινη σχέση που δεν λύγισε από την κριτική, αλλά ρίζωσε ακόμα πιο βαθιά, αποδεικνύοντας ότι η αληθινή αγάπη ξέρει πάντα να συγχωρεί και να αντέχει στον χρόνο.
*Το κείμενο αυτό έχει συγκεκριμένους αποδέκτες.
Κι αυτό το κείμενο συμπεριλαμβάνεται στο νέο μου βιβλίο, που θα κυκλοφορήσει τον χειμώνα με τίτλο: "Από το μικρόφωνο στην ιστορία"
ΥΓ: Και για όσους δεν κατάλαβαν, ο τύπος στην Κύπρο ήμουν εγώ!


