Πώς μεταδίδεται, πώς αντιμετωπίζεται και τι μπορούμε να κάνουμε για να περιορίσουμε την εξάπλωσή της Είναι ένα από τα συχνότερα λοιμώ...
Είναι ένα από τα συχνότερα λοιμώδη σύνδρομα και, μολονότι στην πλειονότητα των περιπτώσεων είναι αυτοπεριοριζόμενο, προκαλεί εύλογη ανησυχία – τόσο λόγω της μεγάλης μεταδοτικότητάς του όσο και λόγω της ταλαιπωρίας που υφίσταται ο ασθενής.
Ειδικά τους θερινούς και τους πρώτους φθινοπωρινούς μήνες, οι μετακινήσεις, τα ταξίδια και ο συγχρωτισμός σε πλοία και άλλα μέσα μεταφοράς, τουριστικά καταλύματα, χώρους εστίασης, αλλά και σε πανηγύρια, συναυλίες και άλλες μαζικές εκδηλώσεις, δημιουργούν πολλές ευκαιρίες για τη μετάδοση της γαστρεντερίτιδας. Σε λίγες ημέρες, ένας ακόμη παράγοντας θα προστεθεί στην εξίσωση: η επιστροφή των μαθητών στα σχολεία.
Οι περισσότερες ιογενείς γαστρεντερίτιδες υποχωρούν από μόνες τους. Το βασικό είναι να αναπληρώνονται τα υγρά και οι ηλεκτρολύτες που χάνονται.
Με δεδομένο ότι στη χώρα μας καταγράφεται ήδη αυξημένη κυκλοφορία γαστρεντερίτιδας τις τελευταίες εβδομάδες, η επανέναρξη της σχολικής δραστηριότητας μπορεί να δημιουργήσει νέες ευκαιρίες μετάδοσης και να διευκολύνει τη μεταφορά των λοιμώξεων από το σχολείο στο σπίτι και από εκεί στην ευρύτερη κοινότητα. Είναι κρίσιμο, λοιπόν, να γνωρίζουμε πώς μεταδίδεται η γαστρεντερίτιδα, πώς αντιμετωπίζεται, πότε χρειάζεται ιατρική αξιολόγηση και, κυρίως, τι μπορούμε να κάνουμε για να περιορίσουμε την εξάπλωσή της.
Τι ακριβώς είναι η γαστρεντερίτιδα;
Φλεγμονή του στομάχου και του εντέρου. Συνήθως εκδηλώνεται με διάρροια, εμετούς, ναυτία και κοιλιακό πόνο ή κράμπες. Μπορεί επίσης να συνοδεύεται από πυρετό, πονοκέφαλο, μυϊκούς πόνους και έντονη κόπωση. Είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι δεν πρόκειται για μια συγκεκριμένη ασθένεια, αλλά για κλινικό σύνδρομο που μπορεί να προκληθεί από διαφορετικούς ιούς, βακτήρια ή παράσιτα.
Πόσο συχνή είναι;
Εξαιρετικά συχνή και, μάλιστα, ένα μεγάλο μέρος των περιστατικών δεν καταγράφεται, καθώς οι ασθενείς αναρρώνουν στο σπίτι χωρίς να ζητήσουν ιατρική βοήθεια. Μελέτη στις ΗΠΑ, η οποία συμπεριέλαβε περιστατικά στην κοινότητα και όχι μόνον επισκέψεις σε γιατρούς ή δομές υγείας, υπολόγισε ότι το 10,4% του πληθυσμού εμφάνισε οξεία γαστρεντερίτιδα μέσα σε διάστημα ενός μηνός. Η αντίστοιχη ετήσια συχνότητα υπολογίστηκε σε 1,27 επεισόδια ανά άτομο.
Ποια είναι τα συχνότερα αίτια;
Τις περισσότερες φορές η οξεία γαστρεντερίτιδα οφείλεται σε ιούς. Ο νοροϊός είναι ένα από τα σημαντικότερα αίτια, καθώς είναι ιδιαίτερα μεταδοτικός και προσβάλλει ανθρώπους όλων των ηλικιών. Η λοίμωξη προκαλεί συνήθως απότομη έναρξη εμετών και διάρροιας, ενώ η περίοδος επώασης είναι 12 έως 48 ώρες. Στην πλειονότητα των νοσούντων τα συμπτώματα υποχωρούν μέσα σε μία έως τρεις ημέρες.
Γιατί ενδέχεται να αυξηθούν τα περιστατικά με το άνοιγμα των σχολείων;
Η απάντηση βρίσκεται κυρίως στη μεγάλη μεταδοτικότητα της ιογενούς γαστρεντερίτιδας. Τα σχολεία είναι χώροι όπου πολλά παιδιά βρίσκονται καθημερινά σε στενή επαφή, μοιράζονται επιφάνειες και αντικείμενα. Ετσι δημιουργούνται περισσότερες ευκαιρίες για τη μετάδοση ενός ιού που ήδη κυκλοφορεί στην κοινότητα. Ο κίνδυνος, ωστόσο, δεν περιορίζεται στο σχολείο. Ενα παιδί που θα μολυνθεί μπορεί να μεταδώσει τον ιό στους γονείς, στα αδέλφια ή σε άλλα μέλη της οικογένειας και, μέσω αυτών, στην ευρύτερη κοινότητα.
Πόσο μεταδοτική είναι;
Πολύ, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για νοροϊό. Ακόμη και πολύ μικρή ποσότητα ιικού φορτίου μπορεί να είναι αρκετή για να προκαλέσει λοίμωξη. Ο ασθενής είναι περισσότερο μεταδοτικός κατά τη διάρκεια των συμπτωμάτων και τις πρώτες ημέρες μετά την ανάρρωση. Ο νοροϊός, ωστόσο, μπορεί να εξακολουθεί να αποβάλλεται στα κόπρανα για δύο εβδομάδες ή και περισσότερο. Αυτό υπογραμμίζει τη σημασία της σχολαστικής υγιεινής και μετά την υποχώρηση των συμπτωμάτων.
Ποια είναι η συνήθης κλινική εικόνα;
Κυριαρχούν η διάρροια, η ναυτία, οι εμετοί και οι κοιλιακές κράμπες ή ο πόνος. Μπορεί επίσης να εμφανιστούν πυρετός, πονοκέφαλος, μυϊκοί πόνοι και αίσθημα έντονης αδυναμίας. Η εικόνα δεν είναι ίδια σε όλους τους ασθενείς. Η διάρκεια και η βαρύτητα των συμπτωμάτων εξαρτώνται από τον μικροοργανισμό που ευθύνεται για τη λοίμωξη, το μικροβιακό φορτίο, καθώς και από την ηλικία και τη γενική κατάσταση του οργανισμού. Το σημαντικότερο πρόβλημα, ιδιαίτερα όταν οι εμετοί και η διάρροια είναι έντονοι, είναι ο κίνδυνος αφυδάτωσης.
Πώς αντιμετωπίζεται;
Με υγρά, ηλεκτρολύτες και υπομονή. Στις περισσότερες ιογενείς γαστρεντερίτιδες δεν υπάρχει ειδική θεραπεία και η νόσος υποχωρεί από μόνη της. Το βασικό είναι να αναπληρώνονται τα υγρά (όχι γάλα, γιατί μπορεί να επιδεινώσει τη διάρροια) και οι ηλεκτρολύτες που χάνονται με τους εμετούς και τη διάρροια. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στα μικρά παιδιά και στους ηλικιωμένους, καθώς και σε ανθρώπους με σοβαρά ή χρόνια προβλήματα υγείας, που διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο αφυδάτωσης. Εντονη δίψα, ξηροστομία, ζάλη, πολύ μειωμένη ούρηση και πολύ σκούρα ούρα μπορεί να αποτελούν ενδείξεις αφυδάτωσης. Οταν υποχωρήσουν τα συμπτώματα και επιστρέψει η όρεξη, ο ασθενής μπορεί σταδιακά να επανέλθει στη συνήθη διατροφή του, ανάλογα πάντα με το τι ανέχεται. Η γαστρεντερίτιδα δεν αντιμετωπίζεται με ασιτία.
Χρειάζονται αντιβιοτικά;
Συνήθως όχι. Πρόκειται για ένα από τα συχνότερα λάθη στην αντιμετώπιση της γαστρεντερίτιδας. Οι περισσότερες οξείες γαστρεντερίτιδες είναι ιογενείς και τα αντιβιοτικά δεν έχουν καμία δράση εναντίον των ιών. Ακόμη όμως και όταν το αίτιο είναι βακτηριακό, η χορήγηση αντιβιοτικού δεν είναι αυτόματη. Εξαρτάται από το συγκεκριμένο μικρόβιο, τη βαρύτητα της λοίμωξης και τα χαρακτηριστικά του ασθενούς. Η άσκοπη λήψη αντιβιοτικών όχι μόνο δεν βοηθάει, αλλά συμβάλλει και στο μεγάλο πρόβλημα της μικροβιακής αντοχής.
Πρέπει να έχουν περάσει τουλάχιστον 48 ώρες από την υποχώρηση των συμπτωμάτων πριν από την επιστροφή στο σχολείο ή στην εργασία.
Πότε είναι αναγκαία η ιατρική αξιολόγηση;
Οταν η γαστρεντερίτιδα παύει να μοιάζει με ήπια, αυτοπεριοριζόμενη λοίμωξη. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν υπάρχει σημαντική ή επιδεινούμενη αφυδάτωση, όταν ο ασθενής δεν μπορεί να κρατήσει καθόλου υγρά εξαιτίας των συνεχών εμετών ή όταν εμφανίζονται αίμα στα κόπρανα, υψηλός ή επίμονος πυρετός, έντονος ή ασυνήθιστος κοιλιακός πόνος, σύγχυση, έντονη αδυναμία ή λιποθυμικό επεισόδιο. Επίσης, η επιμονή ή η επιδείνωση της διάρροιας είναι λόγος για ιατρική εκτίμηση, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για μικρά παιδιά, ηλικιωμένους ή άτο-μα με υποκείμενα νοσήματα.
Πώς μπορούμε να προφυλαχθούμε και να περιορίσουμε τη μετάδοση;
Το βασικότερο μέτρο είναι το σχολαστικό πλύσιμο των χεριών με σαπούνι και νερό για τουλάχιστον 20 δευτερόλεπτα. Ειδικά για τον νοροϊό, το αντισηπτικό χεριών δεν υποκαθιστά το πλύσιμο με σαπούνι και νερό – δεν τον εξουδετερώνει. Εξίσου σημαντικό είναι να παραμένει στο σπίτι όποιος έχει εμετούς ή διάρροια και να μην επιστρέφει στο σχολείο ή στην εργασία του αμέσως μόλις αισθανθεί καλύτερα.
Η σύσταση είναι να έχουν περάσει τουλάχιστον 48 ώρες από την υποχώρηση των συμπτωμάτων. Στο ίδιο διάστημα δεν θα πρέπει να προετοιμάζει φαγητό για άλλους. Χρειάζεται επίσης σχολαστικός καθαρισμός και απολύμανση των επιφανειών που ενδεχομένως έχουν μολυνθεί, προσεκτικό πλύσιμο ρούχων και κλινοσκεπασμάτων που έχουν λερωθεί από εμετό ή κόπρανα, καλό πλύσιμο φρούτων και λαχανικών, σωστό μαγείρεμα των τροφίμων και χρήση ασφαλούς νερού.
Ποια είναι η μεγαλύτερη παρανόηση για τη γαστρεντερίτιδα;
Οτι όποιος την έχει περάσει αποκτά παροδική ανοσία για ένα διάστημα. Αυτό δεν ισχύει. Ειδικά στην περίπτωση του νοροϊού, υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τύποι και η προηγούμενη λοίμωξη δεν εξασφαλίζει αξιόπιστη και μακροχρόνια προστασία από τις επόμενες.
Τροφική δηλητηρίαση ή γαστρεντερίτιδα; Πώς θα τις ξεχωρίσουμε;
Εδώ υπάρχει μία ακόμη συχνή παρανόηση. Οι δύο όροι δεν είναι ακριβώς αντίθετοι μεταξύ τους. Η τροφική δηλητηρίαση περιγράφει νόσηση που προκαλείται από την κατανάλωση τροφίμου ή νερού που έχει μολυνθεί με παθογόνο μικροοργανισμό ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, με την τοξίνη που αυτός έχει παράξει. Η γαστρεντερίτιδα, από την άλλη, περιγράφει το σύνδρομο της φλεγμονής του γαστρεντερικού και μπορεί να προκληθεί και από την κατανάλωση μολυσμένης τροφής.
Με άλλα λόγια, μια τροφιμογενής λοίμωξη μπορεί να προκαλέσει γαστρεντερίτιδα.
Ο χρόνος εμφάνισης των συμπτωμάτων μπορεί να δώσει χρήσιμες πληροφορίες, αλλά δεν αρκεί από μόνος του για να γίνει διάγνωση. Ορισμένες τροφικές δηλητηριάσεις εκδηλώνονται μέσα σε λίγες ώρες, ενώ άλλες χρειάζονται αρκετές ημέρες.
Το βασικό μήνυμα, πάντως, παραμένει το ίδιο: είτε πρόκειται για ιογενή γαστρεντερίτιδα είτε για τροφιμογενή λοίμωξη, προτεραιότητα έχουν η πρόληψη της αφυδάτωσης, η έγκαιρη αναζήτηση ιατρικής βοήθειας όταν υπάρχουν ανησυχητικά σημάδια και, κυρίως, η αποτροπή της μετάδοσης στους γύρω μας.
* Ο κ. Αθανάσιος Τσακρής είναι καθηγητής Μικροβιολογίας Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ.

