Γνωρίζω τον Δημήτρη Αβραμόπουλο από μικρό παιδί — από την εποχή που έκανε τα πρώτα σημαντικά του βήματα στο διπλωματικό σώμα. Περνώντας τ...
Γνωρίζω τον Δημήτρη Αβραμόπουλο από μικρό παιδί — από την εποχή που έκανε τα πρώτα σημαντικά του βήματα στο διπλωματικό σώμα.
Περνώντας τα χρόνια, όταν βρέθηκα στην τηλεόραση, σχετικά συχνά συνομιλούσαμε – άκουγα με προσοχή τις απόψεις του, παρακολουθούσα την πορεία του και βέβαια, όταν αποφάσισε να κατέλθει ως υποψήφιος βουλευτής Ηλείας, υπήρξα υποστηρικτής του.
Κατά καιρούς έχω δημοσιεύσει κείμενα για τον ίδιο, οπότε δεν χρειάζεται να επαναλάβω τα ίδια, όσον αφορά την ξεχωριστή πολιτική του προσωπικότητα, βραβευμένη με τις μεγαλύτερες τιμές σχεδόν απ’ όλο τον κόσμο.
Όταν ξέσπασε το περιβόητο Qatargate και η προσπάθεια να τον εμπλέξουν, είχα ξαναγράψει σχετικά. Δεν θα γράψω τώρα ότι νιώθω δικαιωμένος – μόνο ο ίδιος πρέπει να νιώθει. Αλλά όταν γνωρίζεις έναν άνθρωπο από τα πρώτα του βήματα, βλέπεις ακόμη πιο καθαρά τη χυδαιότητα των «επαγγελματιών του κοινωνικού αυτοματισμού».
Με αίσθηση βαθιάς αποστροφής παρακολουθούσα τον τρόπο με τον οποίο κάποιοι έσπευσαν να στήσουν λαϊκά δικαστήρια στα κοινωνικά δίκτυα και τα τηλεοπτικά πάνελ.
Φυσικά, δεν αναφέρομαι στους δημοσιογράφους που κατέγραφαν – ως όφειλαν – όλη αυτή την ιστορία, αλλά σε αυτούς που έχουν κάνει επάγγελμα τη συκοφαντία, καθήμενοι αναπαυτικά στις πολυθρόνες τους. Το πρόβλημά τους δεν ήταν ποτέ η αναζήτηση της αλήθειας, αλλά η ευκαιρία να κρεμούν στα μανταλάκια προσωπικότητες με διεθνή ακτινοβολία. Χωρίς στοιχεία, χωρίς σεβασμό στο τεκμήριο της αθωότητας και με μοναδικό κριτήριο την πολιτική κανιβαλική διάθεση, προεξόφλησαν την ενοχή του, πανηγυρίζοντας βλέποντάς τον να σύρεται σε μια επικοινωνιακή περιπέτεια-φούσκα.
Με το που ακούστηκε το όνομά του στη δίνη του Qatargate, οι πάσης φύσεως «εισαγγελείς» του Διαδικτύου και οι μόνιμοι ανακριτές των τηλεοπτικών παραθύρων έπιασαν στασίδι, έτοιμοι να εκδώσουν καταδικαστικές αποφάσεις πριν καλά-καλά στεγνώσει το μελάνι των δημοσιευμάτων.
Το αφήγημα χτίστηκε κοφτερό και βολικό: ένας έμπειρος πολιτικός με διεθνή πορεία παρουσιάστηκε αυτόματα ως ένοχος σε μια συλλογική υστερία που δεν είχε ανάγκη από αποδείξεις. Η ενοχή προεξοφλήθηκε γιατί ακριβώς βόλευε το αφήγημα της ισοπέδωσης.
Η ουσία δεν ήταν η αποκάλυψη της αλήθειας, αλλά η ευκαιρία για μια ακόμη τηλεοπτική εκτέλεση υπολήψεων, όπου η λάσπη πέφτει άφθονη με την ελπίδα ότι κάτι θα μείνει στο τέλος, ό,τι κι αν αποδείξει η πραγματικότητα.
Μόνο που η πραγματικότητα αποδείχθηκε εντελώς διαφορετική από τους ευσεβείς πόθους των λασπολόγων.
Χωρίς να κρυφτεί πίσω από ασυλίες και προφυλάξεις, ο ίδιος ζήτησε την άρσή τους και πήγε αυτοπροσώπως στις Βρυξέλλες για να κοιτάξει κατάματα τη δικαιοσύνη.
Η τελική ανάκληση του ευρωπαϊκού εντάλματος και το κλείσιμο του φακέλου ήρθαν να γκρεμίσουν με πάταγο το οικοδόμημα της συκοφαντίας.
Όσοι επένδυσαν πολιτικά στην ηθική του εξόντωση έμειναν τελικά με τα συντρίμμια της προπαγάνδας τους, εκτεθειμένοι από την ίδια την πορεία των γεγονότων.
Γιατί όταν τα φώτα των πάνελ σβήνουν και ο θόρυβος κοπάζει, μένει μόνο η θεσμική τάξη και η οριστική διάψευση όσων μπερδεύουν την πολιτική κριτική με τον φθηνό κανιβαλισμό.

