Υπάρχουν λόγια που, όσο κι αν ειπώθηκαν σε μια στιγμή, κουβαλούν βάρος χρόνου. Τα ξαναδιαβάζεις χρόνια μετά και μοιάζουν σαν να γράφτηκαν ...
Υπάρχουν λόγια που, όσο κι αν ειπώθηκαν σε μια στιγμή, κουβαλούν βάρος χρόνου. Τα ξαναδιαβάζεις χρόνια μετά και μοιάζουν σαν να γράφτηκαν χθες.
Θυμάμαι εκείνη τη συνέντευξη. Ο πρώην δήμαρχος της Αρχαία Ολυμπία, Γιώργος Αηδόνης, με φωνή χαμηλή αλλά καθαρή, δεν μίλησε σαν πολιτικός που αμύνεται, ούτε σαν άνθρωπος που ψάχνει άλλοθι.
Μίλησε σαν μάρτυρας μιας εθνικής πληγής. Όχι με θυμό, αλλά με εκείνη την πικρή νηφαλιότητα που έχουν όσοι έχουν δει τη στάχτη να σκεπάζει την ιστορία.
«Η χώρα μας έχει διασυρθεί», είπε. "Ευθυνόμαστε όλοι. Από την κεντρική εξουσία μέχρι τον τελευταίο πολίτη που έπινε καφέ στο καφενείο. Όταν γίνεται μια τόσο μεγάλη καταστροφή, θα έπρεπε η πολιτική προστασία, γενικότερα, να είναι περισσότερο έτοιμη…”
Και μέσα σε αυτά τα λόγια δεν υπήρχε καταγγελία — υπήρχε αυτογνωσία. Δεν έδειξε μόνο προς τα πάνω. Δεν κατηγόρησε μόνο την εξουσία. Έβαλε όλους μέσα στο κάδρο. Από την κεντρική διοίκηση μέχρι τον τελευταίο πολίτη που παρακολουθεί τις καταστροφές σαν να είναι μακρινές ειδήσεις. Ήταν μια παραδοχή συλλογικής ευθύνης. Σπάνια για τα ελληνικά δεδομένα. Σχεδόν άβολη.
Και τώρα, χρόνια μετά, φέρνω αυτά τα λόγια δίπλα στις πλημμύρες στην Αρχαία Ήλιδα. Δύο τόποι φορτωμένοι ιστορία, δύο τραγωδίες διαφορετικές — και όμως συγγενικές. Γιατί η φύση αλλάζει μορφές, αλλά η ανθρώπινη στάση επαναλαμβάνεται.
Τότε, ένας δήμαρχος μιλούσε για ευθύνη που βαραίνει όλους. Σήμερα, ακούγονται φωνές που σπεύδουν να δηλώσουν… αναρμόδιες. Λες και η ευθύνη είναι φορτίο που καίει τα χέρια. Λες και η διοίκηση είναι ένας κύκλος όπου όλοι στέκονται μέσα, αλλά κανείς δεν βρίσκεται στο κέντρο.
Κι έτσι γεννιέται η πιο σιωπηλή τραγωδία: όχι η φωτιά, όχι το νερό — αλλά η απουσία ανάληψης. Εκεί που κάποτε ακούστηκε μια φράση που ζητούσε συλλογική αυτοκριτική, τώρα ακούγεται ένας αντίλαλος αποποίησης.
Ίσως τελικά αυτό που μένει από τις καταστροφές δεν είναι μόνο τα καμένα δέντρα ή τα πλημμυρισμένα σπίτια. Είναι οι λέξεις που ειπώθηκαν — και εκείνες που δεν ειπώθηκαν ποτέ.
Και μέσα σε αυτές, καθρεφτίζεται όχι μόνο η επάρκεια των αρχών, αλλά και το μέτρο της κοινωνίας μας.


