Οι μεγάλες δυνάμεις σπάνια αντιλαμβάνονται άμεσα το κόστος των αποφάσεών τους. Η ιστορία δείχνει πως οι στρατιωτικές επεμβάσεις δεν τελει...
Αποσταθεροποίηση ολόκληρων περιοχών, κύματα προσφύγων, ενίσχυση ακραίων ιδεολογιών και βαθιές πληγές στο εσωτερικό των ίδιων των δυτικών κοινωνιών. Το κόστος δεν ήταν μόνο οικονομικό ή γεωπολιτικό. Ήταν και ψυχικό — μια κόπωση των κοινωνιών από πολέμους χωρίς καθαρό τέλος.
Στην περίπτωση του Ιράν, οι συνέπειες θα μπορούσαν να είναι ακόμη πιο σύνθετες. Δεν πρόκειται για μια απομονωμένη χώρα, αλλά για έναν πυλώνα ισχύος στη Μέση Ανατολή, με δίκτυα επιρροής και στρατηγικές συμμαχίες.
Μια άμεση ή έμμεση σύγκρουση θα είχε επιπτώσεις στην ενέργεια, στη ναυσιπλοΐα, στην ασφάλεια και στις ήδη εύθραυστες ισορροπίες της περιοχής.
Παράλληλα, κάθε εξωτερικός πόλεμος αντανακλά στο εσωτερικό. Η αμερικανική κοινωνία έχει ήδη βιώσει έντονη πόλωση. Οι στρατιωτικές περιπέτειες τείνουν να βαθαίνουν τέτοιες ρωγμές: διχάζουν την κοινή γνώμη, ενισχύουν τον λαϊκισμό και διαβρώνουν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Η ιστορία διδάσκει ότι οι αυτοκρατορίες δεν φθείρονται μόνο από εξωτερικούς εχθρούς, αλλά και από εσωτερική κόπωση.
Ωστόσο, η πορεία μιας χώρας δεν καθορίζεται από ένα πρόσωπο ή μια στιγμή. Οι δημοκρατίες διαθέτουν μηχανισμούς αντίστασης: θεσμούς, κοινωνία των πολιτών, δημόσιο διάλογο. Αυτά τα στοιχεία μπορούν να λειτουργήσουν είτε ως φρένο είτε ως καταλύτης, ανάλογα με το πώς ενεργοποιούνται.
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν θα υπάρξει τίμημα. Σε κάθε σύγκρουση υπάρχει. Το ερώτημα είναι ποιο θα είναι το μέγεθος και ποιος θα το πληρώσει.
Οι λαοί; Οι οικονομίες; Η παγκόσμια σταθερότητα;
Σε έναν κόσμο ήδη κουρασμένο από κρίσεις, το ενδεχόμενο μιας νέας μεγάλης σύγκρουσης δεν προμηνύει νικητές. Μόνο μια νέα περίοδο αβεβαιότητας, όπου το αίμα και η ιστορία θα γράφονται ξανά με τον ίδιο παλιό τρόπο: αργά, επίμονα και με κόστος που θα αποκαλύπτεται πολύ αργότερα από τις πρώτες αποφάσεις.

