Η κατάσταση στο Φράγμα Πηνειού αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα κακής διαχείρισης δημόσιων υποδομών. Σε μια περιοχή όπ...
Η κατάσταση στο Φράγμα Πηνειού αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα κακής διαχείρισης δημόσιων υποδομών.
Σε μια περιοχή όπου το νερό είναι ζωτικής σημασίας για τη γεωργία και την τοπική οικονομία, οι εικόνες εγκατάλειψης, τα προβληματικά δίκτυα άρδευσης και η απουσία ουσιαστικής πολιτικής διαχείρισης δημιουργούν εύλογα ερωτήματα για τις ευθύνες της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας αλλά και της κεντρικής πολιτικής σκηνής.
Το φράγμα, που κατασκευάστηκε για να αποτελέσει βασικό πυλώνα της αγροτικής ανάπτυξης της Ηλείας, σήμερα λειτουργεί κάτω από τις δυνατότητές του. Μετά από έντονες βροχοπτώσεις, τεράστιες ποσότητες νερού χάνονται χωρίς να αξιοποιούνται. Αντί να ενισχύεται η αποθήκευση και η ορθολογική διαχείριση, το νερό καταλήγει στη θάλασσα, την ώρα που οι αγρότες της περιοχής αγωνιούν για την επάρκεια άρδευσης τους θερινούς μήνες, ή σε κατάσταση υπερχείλισης το αφήνουν με την δικαιολογία της “ελεγχόμενης ροής” να πνίγει περιοχές του κάμπου, όπως πρόσφατα έγινε στο Βαρθολομιό.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η διαχείριση των υδάτων. Είναι κυρίως η τραγική κατάσταση του αρδευτικού δικτύου. Σωληνώσεις δεκαετιών, συνεχείς διαρροές, ελλιπής συντήρηση και έργα που είτε δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ είτε παραμένουν στα χαρτιά. Παρά τις επανειλημμένες επισημάνσεις αγροτών και τοπικών φορέων, η ανταπόκριση της Περιφέρειας παραμένει αργή και συχνά αδιάφορη.
Είναι η ίδια Περιφέρεια που πριν λίγα χρόνια λυσσαλέα «πολεμούσε» για την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών. Ένα θέμα που –μάλλον– δεν έχει ξεχαστεί, γι’ αυτό και υπάρχει συνεχής επαγρύπνηση κατοίκων και φορέων της περιοχής.
Η ευθύνη δεν περιορίζεται μόνο στη διοικητική διαχείριση.
Τα τελευταία χρόνια, πολιτικοί παράγοντες της περιοχής προχώρησαν σε μεγαλόστομες εξαγγελίες για έργα εκατομμυρίων ευρώ. Έργα που θα αναβάθμιζαν –υποτίθεται– το αρδευτικό σύστημα και θα εξασφάλιζαν τη βιώσιμη διαχείριση του νερού.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η βουλευτής Διονυσία Αυγερινοπούλου, η οποία στο παρελθόν είχε αναφερθεί σε σημαντικές χρηματοδοτήσεις για το φράγμα. Πολλοί θα θυμούνται εκείνη την ημέρα - αν δεν κάνω λάθος ήταν Κυριακή - που μαζεύτηκαν γύρω της, στο Φράγμα, παρατρεχάμενοι δήμαρχοι και άλλοι για να ακούσουν μεγαλόστομες εξαγγελίες.
Στην πράξη, όμως, τίποτα δεν έγινε.
Τα λόγια αποδείχθηκαν κενά — άνευ ουσίας και τελικά άνευ σημασίας.
Λόγια που λέγονται μόνο και μόνο για να θυμίζουν την θλιβερή παρουσία ορισμένων σε έναν νομό για τον οποίο εκλέχθηκαν να λύνουν προβλήματα και όχι να δημιουργούν νέα.
Φυσικά, υπάρχουν και οι χειροκροτητές — εκείνοι για τους οποίους το κόμμα είναι πάνω από τον τόπο.
Τα δίκτυα, λοιπόν, παραμένουν προβληματικά, οι παρεμβάσεις από ελάχιστες έως μηδενικές και οι υποσχέσεις μοιάζουν σήμερα περισσότερο με πολιτικά συνθήματα παρά με πραγματικό σχεδιασμό.
Η πραγματικότητα είναι απλή και σκληρή: όταν ένα τόσο κρίσιμο έργο υποδομής δεν συντηρείται σωστά και δεν αξιοποιείται με σύγχρονες μεθόδους διαχείρισης, τότε η ζημιά δεν είναι μόνο τεχνική. Είναι οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική.
Γιατί τελικά το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η έλλειψη πολιτικής βούλησης. Και όσο οι εξαγγελίες παραμένουν στα λόγια, το Φράγμα Πηνειού θα συνεχίσει να συμβολίζει κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια χαμένη ευκαιρία: την αποτυχία ενός ολόκληρου συστήματος διαχείρισης δημόσιων πόρων.


