Η είδηση μιας ακόμη γυναικοκτονίας, αυτή τη φορά στην Καλαμάτα, δεν προκαλεί απλώς θλίψη, προκαλεί έναν βαθύ, πνιγηρό θυμό. Έρχεται να προ...
Η είδηση μιας ακόμη γυναικοκτονίας, αυτή τη φορά στην Καλαμάτα, δεν προκαλεί απλώς θλίψη, προκαλεί έναν βαθύ, πνιγηρό θυμό. Έρχεται να προστεθεί σε μια μακρά, αιματοβαμμένη λίστα που αποδεικνύει ότι το πρόβλημα δεν είναι ούτε συγκυριακό ούτε «εγκλήματα πάθους» της στιγμής.
Η νέα αυτή τραγωδία φέρνει στην επιφάνεια ένα τρομακτικό και κρίσιμο ζήτημα: το πόσο εύκολα μπορεί κάποιος να αφαιρέσει μια ζωή, ειδικά όταν αυτή η ζωή ανήκει σε μια γυναίκα που τόλμησε να διεκδικήσει την αυτονομία της.
Αυτή η «ευκολία» δεν πηγάζει από το πουθενά. Δεν πρόκειται για ξαφνική παραφροσύνη, αλλά για το αποτέλεσμα μιας βαθιά ριζωμένης κοινωνικής παθογένειας.
Για δεκαετίες, η ελληνική κοινωνία κουβαλά στερεότυπα που, αν και έχουν αμφισβητηθεί έντονα τα τελευταία χρόνια, εξακολουθούν να επιβιώνουν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό. Σε αρκετές περιπτώσεις, τα αγόρια μεγαλώνουν ακούγοντας ότι πρέπει να είναι «σκληρά», να επιβάλλονται, να μην δείχνουν αδυναμία και να έχουν τον τελευταίο λόγο. Η έννοια της ανδρικής ταυτότητας συνδέεται συχνά με την κυριαρχία, την επιβολή και τον έλεγχο.
Το στερεότυπο του «άβουλου πλάσματος»
Στον αντίποδα αυτού του μοντέλου, η γυναίκα ιστορικά (και συχνά υπόγεια ακόμα και σήμερα) γαλουχείται με την προσδοκία της υπομονής, της συμβιβαστικότητας και της υποταγής.
Το στερεότυπο θέλει τη γυναίκα να είναι το πιο «ευέλικτο» ή ακόμη και άβουλο πλάσμα, που οφείλει να αποδέχεται, να σιωπά και να αναγνωρίζει την ανωτερότητα ή τον πρώτο λόγο του άνδρα.
Όταν μια γυναίκα σπάει αυτό το συμβόλαιο σιωπής, όταν αποφασίζει να φύγει, να πει «όχι» ή να θέσει τα δικά της όρια, το σύστημα καταρρέει. Και εκεί είναι που η τοξική ιδέα της κυριαρχίας μετατρέπεται σε φονικό όπλο. Το έγκλημα γίνεται «εύκολο» επειδή στο μυαλό του θύτη η γυναίκα δεν αντιμετωπίζεται ως ισότιμη ανθρώπινη ύπαρξη με δικαίωμα στην επιλογή, αλλά ως ένα αντικείμενο που τον «πρόδωσε».
Βεβαίως, κανένα κοινωνικό στερεότυπο δεν μπορεί να δικαιολογήσει ένα έγκλημα. Η ευθύνη μιας δολοφονίας ανήκει αποκλειστικά στον δράστη. Ωστόσο, η κοινωνία οφείλει να εξετάζει τους μηχανισμούς που γεννούν ή ενισχύουν αντιλήψεις ιδιοκτησίας, ελέγχου και εξουσίας μέσα στις ανθρώπινες σχέσεις.
Οι γυναικοκτονίες δεν ξεκινούν τη στιγμή που σηκώνεται το μαχαίρι ή το όπλο. Συχνά προηγούνται χρόνια ψυχολογικής πίεσης, ελέγχου, υποτίμησης, απειλών ή βίαιων συμπεριφορών που θεωρούνται «οικογενειακή υπόθεση» και μένουν αθέατες. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η μεγαλύτερη πρόκληση: στην έγκαιρη αναγνώριση των σημάτων κινδύνου και στην ουσιαστική στήριξη των θυμάτων.
Η τραγωδία της Καλαμάτας δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί μόνο ως ένα ακόμη αστυνομικό γεγονός. Είναι μια υπενθύμιση ότι η καταπολέμηση της έμφυλης βίας δεν αφορά μόνο τη Δικαιοσύνη και την Αστυνομία. Αφορά την οικογένεια, το σχολείο, τα μέσα ενημέρωσης και συνολικά την κοινωνία. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο μεγαλώνουμε τα παιδιά μας και τις αξίες που τους μεταδίδουμε.
Γιατί μια κοινωνία που διδάσκει τον σεβασμό, την ισότητα και την αποδοχή της διαφορετικότητας χτίζει πολίτες που αντιλαμβάνονται ότι κανένας άνθρωπος δεν ανήκει σε κανέναν. Και ότι καμία διαφωνία, καμία απόρριψη και κανένας χωρισμός δεν μπορεί να μετατραπεί σε δικαιολογία για βία.


