Άκουγα το πρωί στην εκπομπή του Μάκη Νοδάρου στο ΙΟΝΙΟΝ FM όσα ανέφερε ο πρόεδρος του ΚΤΕΛ Ηλείας για το ζήτημα που έχει προκύψει με το ...
Χθες, στη δική μου εκπομπή, είχα την ευκαιρία να ακούσω τον πρώην δήμαρχο Πύργου Παναγιώτη Αντωνακόπουλο να τοποθετείται για το ίδιο θέμα, ενώ τις προηγούμενες ημέρες είχαν προηγηθεί οι παρεμβάσεις επιχειρηματιών και ανθρώπων που δραστηριοποιούνται επί χρόνια στο Κατάκολο.
Και αναρωτιέμαι: πώς είναι δυνατόν μια δημοτική αρχή να βρίσκεται σε ανοιχτή αντιπαράθεση με τόσους πολλούς ανθρώπους που γνωρίζουν το λιμάνι, τη λειτουργία του, τις ανάγκες του και τις προοπτικές του καλύτερα από τον καθένα;
Πώς είναι δυνατόν να αντιμετωπίζονται με καχυποψία ή απαξίωση άνθρωποι που ζουν καθημερινά την πραγματικότητα της περιοχής και έχουν άμεση γνώση των προβλημάτων και των ευκαιριών της;
Καμία δημοτική αρχή δεν είναι υποχρεωμένη να συμφωνεί με όλους. Ούτε είναι δυνατόν να υιοθετεί κάθε πρόταση που κατατίθεται. Είναι όμως υποχρεωμένη να ακούει. Να συζητά. Να αξιολογεί. Να συνθέτει απόψεις. Και κυρίως να δείχνει τον απαραίτητο σεβασμό σε όσους έχουν εμπειρία και γνώση πάνω σε ζητήματα που επηρεάζουν το μέλλον ενός τόπου.
Το πιο ανησυχητικό δεν είναι η διαφωνία. Στη δημοκρατία οι διαφωνίες είναι υγιείς και συχνά δημιουργικές. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η διαφωνία μετατρέπεται σε αίσθηση αλάθητου. Όταν καλλιεργείται η εντύπωση ότι μόνο μία πλευρά κατέχει την αλήθεια και όλοι οι υπόλοιποι είτε δεν καταλαβαίνουν είτε λειτουργούν με ιδιοτέλεια.
Το λιμάνι του Κατακόλου δεν ανήκει σε καμία δημοτική αρχή, σε κανέναν φορέα και σε κανένα πρόσωπο. Ανήκει στην τοπική κοινωνία και αποτελεί αναπτυξιακό πυλώνα για ολόκληρη την Ηλεία. Γι' αυτό και οι αποφάσεις που το αφορούν απαιτούν διάλογο, συναίνεση και κυρίως ταπεινότητα.
Γιατί η γνώση δεν βρίσκεται πάντοτε στα γραφεία της εξουσίας. Πολύ συχνά βρίσκεται στους ανθρώπους που βρίσκονται καθημερινά στο πεδίο, που ζουν τα προβλήματα και γνωρίζουν τις πραγματικές ανάγκες του τόπου.
Και όταν μια διοίκηση αρνείται να ακούσει αυτούς τους ανθρώπους, τότε το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη πληροφόρησης. Είναι η περίσσεια αλαζονείας.
Η ουσία του προβληματισμού
Το να επιδιώκει μια δημοτική αρχή να αλλάξει πράγματα, να εφαρμόσει το πρόγραμμά της και να προωθήσει τη δική της αντίληψη για την ανάπτυξη ενός τόπου είναι απολύτως θεμιτό. Γι' αυτό άλλωστε εκλέγεται. Δεν εκλέγεται για να διαχειρίζεται απλώς την καθημερινότητα, αλλά και για να προτείνει νέες κατευθύνσεις.
Όμως γεννάται ένα εύλογο ερώτημα:
Πώς μπορεί να πετύχει ουσιαστικές αλλαγές όταν απομακρύνει από το τραπέζι του διαλόγου εκείνους που γνωρίζουν το αντικείμενο καλύτερα από οποιονδήποτε;
Πώς μπορεί να σχεδιάσει το μέλλον του λιμανιού χωρίς τη συμμετοχή των ανθρώπων που εργάζονται σε αυτό, των επιχειρηματιών που δραστηριοποιούνται γύρω του, των μεταφορέων, των επαγγελματιών του τουρισμού, των φορέων που βιώνουν καθημερινά τις επιπτώσεις κάθε απόφασης;
Οι μεγάλες αλλαγές δεν επιβάλλονται. Χτίζονται μέσα από τη σύνθεση διαφορετικών απόψεων. Η διοίκηση έχει το δικαίωμα να αποφασίζει, αλλά προηγουμένως έχει την υποχρέωση να ακούει.
Κανείς δεν διαθέτει το μονοπώλιο της γνώσης. Ούτε οι αιρετοί, ούτε οι υπηρεσιακοί παράγοντες, ούτε οι επιχειρηματίες. Η αλήθεια συνήθως βρίσκεται κάπου στη μέση και αναδεικνύεται μέσα από τον διάλογο.
Γι' αυτό και η απομάκρυνση των άμεσα εμπλεκομένων από τη συζήτηση δεν αποτελεί ένδειξη αποφασιστικότητας. Αντιθέτως, μπορεί να εκληφθεί ως αδυναμία διαχείρισης της διαφορετικής άποψης.
Μια δημοτική αρχή κερδίζει κύρος όταν ακούει ακόμη και όσους διαφωνούν μαζί της. Όταν επιδιώκει τη συναίνεση χωρίς να απεμπολεί το δικαίωμά της να αποφασίσει. Όταν αντιλαμβάνεται ότι η γνώση και η εμπειρία των ανθρώπων της αγοράς και της κοινωνίας δεν αποτελούν εμπόδιο στις αλλαγές, αλλά πολύτιμο εργαλείο για να γίνουν καλύτερα και με λιγότερα λάθη.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, το ζητούμενο δεν είναι ποιος θα δικαιωθεί πολιτικά. Το ζητούμενο είναι να δικαιωθεί ο τόπος. Και αυτό δύσκολα επιτυγχάνεται όταν ο διάλογος αντικαθίσταται από τη μονοφωνία.

