Το φετινό Μουντιάλ απέδειξε πανηγυρικά στην οθόνη μας γιατί το ποδόσφαιρο παραμένει ο αδιαμφισβήτητος βασιλιάς των σπορ. Όσοι καθίσαμε ν...
Ωστόσο, η γιορτή αυτή είχε τις δικές της «χτυπητές» ελλείψεις.
Γιατί, κακά τα ψέματα, Μουντιάλ χωρίς την Ιταλία είναι σαν φαγητό χωρίς αλάτι· μια διοργάνωση που της έλειπε εκείνη η απαραίτητη ποδοσφαιρική κουλτούρα και το ειδικό βάρος μιας παραδοσιακής υπερδύναμης.
Για εμάς τους Έλληνες, όμως, η θέαση αυτών των αγώνων δεν άφησε απλώς μια γλυκιά γεύση, αλλά μια βαθιά, σχεδόν ενοχλητική θλίψη. Βλέποντας την ελίτ του παγκόσμιου ποδοσφαίρου να καλπάζει στο χορτάρι, ήταν αδύνατο να μην αναλογιστείς την μόνιμη απουσία της Ελλάδας από το κορυφαίο επίπεδο. Και η αλήθεια εδώ πρέπει να ειπωθεί αιχμηρά, χωρίς στρογγυλέματα: η χώρα μας απέτυχε οικτρά να εξαργυρώσει το «θαύμα» του 2004.
Αρκεί μια σύγκριση για να καταλάβει κανείς το μέγεθος της ελληνικής ποδοσφαιρικής αποτυχίας. Το 1987, η κατάκτηση του Ευρωμπάσκετ λειτούργησε ως το απόλυτο καύσιμο για το ελληνικό μπάσκετ. Το άθλημα εκτοξεύτηκε, χτίστηκαν γήπεδα, οργανώθηκαν ακαδημίες, άλλαξε η νοοτροπία και η Ελλάδα εγκαταστάθηκε μόνιμα στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια ελίτ.
Αντίθετα, στο ποδόσφαιρο, το έπος των πορτογαλικών γηπέδων αποδείχθηκε μια φωτοβολίδα μέσα στο σκοτάδι.
Όταν οι ξένες ομοσπονδίες εκμεταλλεύονταν τις επιτυχίες τους για να επενδύσουν σε σύγχρονα αθλητικά και προπονητικά κέντρα, σε τεχνογνωσία και σε βάθος υποδομών, η ελληνική ποδοσφαιρική πραγματικότητα παρέμεινε εγκλωβισμένη στη μιζέρια, στις εγχώριες κόντρες και στην ανυπαρξία μακροχρόνιου πλάνου.
Μείναμε στάσιμοι, κοιτώντας τους άλλους να μας προσπερνούν με ταχύτητα Μουντιάλ.
Το αποτέλεσμα; Σήμερα, το μόνο που μας έχει απομείνει είναι να μηρυκάζουμε τις αναμνήσεις του 2004. Μόνο που οι αναμνήσεις δεν χτίζουν το μέλλον.
Όσο περνούν τα χρόνια και το χάσμα μεγαλώνει, αυτή η ιστορική επιτυχία, αντί για θεμέλιο, κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα μακρινό παραμύθι που μοιραία θα πέσει στη λήθη.
Αν το ελληνικό ποδόσφαιρο δεν αποφασίσει να κοιτάξει την πραγματικότητα κατάματα και να επενδύσει στο «σήμερα», θα παραμείνει για πάντα ένας φτωχός θεατής στις μεγάλες γιορτές των άλλων.

