Τη δική του αναλυτική απάντηση στις συζητήσεις που έχουν αναπτυχθεί τις τελευταίες ημέρες γύρω από το έργο της ανάπλασης της Χερσαίας Ζώνη...
Όπως επισημαίνει, αρκετά από όσα έχουν γραφτεί ή ειπωθεί δεν αποτυπώνουν την πραγματική εικόνα του έργου, δημιουργώντας λανθασμένες εντυπώσεις.
Για τον λόγο αυτό παραθέτει, με χρονολογική σειρά, τα γεγονότα και τα στοιχεία που –όπως υποστηρίζει– καθόρισαν την πορεία της συγκεκριμένης εργολαβίας.
Σύμφωνα με τον κ. Γιαννόπουλο, το έργο της ανάπλασης της Χερσαίας Ζώνης Κατακόλου παραλήφθηκε από τη σημερινή Περιφερειακή Αρχή ήδη δημοπρατημένο, κατά την ανάληψη των καθηκόντων της το 2019.
Όπως αναφέρει, η μελέτη του έργου είχε παραληφθεί από τη Διεύθυνση Τεχνικών Έργων της Π.Ε. Ηλείας τον Μάιο του 2018, ενώ δύο μήνες αργότερα εντάχθηκε στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας. Ο συνολικός προϋπολογισμός του έργου ανερχόταν σε 10,5 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 9,7 εκατ. ευρώ αποτελούσαν επιλέξιμη δημόσια δαπάνη, δηλαδή μόλις 300.000 ευρώ χαμηλότερα από το όριο που θα επέβαλλε υποχρεωτικό προσυμβατικό έλεγχο από το Ελεγκτικό Συνέδριο.
Η δημοπράτηση πραγματοποιήθηκε στις 8 Μαΐου 2019, λίγες ημέρες πριν από τις περιφερειακές εκλογές, ενώ τον Οκτώβριο του ίδιου έτους αναδείχθηκε προσωρινός ανάδοχος με έκπτωση 47,45%. Η υπογραφή της σύμβασης έγινε περίπου έναν χρόνο αργότερα, εξαιτίας των καθυστερήσεων που προκάλεσαν η πανδημία και τα περιοριστικά μέτρα.
Ο Αντιπεριφερειάρχης υποστηρίζει ότι με την έναρξη της υλοποίησης του έργου, το 2021, αποκαλύφθηκαν σοβαρές ελλείψεις στην αρχική μελέτη. Ως σημαντικότερη χαρακτηρίζει τη μη ενσωμάτωση του ευρωπαϊκού κανονισμού για τον Κώδικα Συνόρων Σένγκεν, ο οποίος είχε τεθεί σε ισχύ από το 2017 και προέβλεπε νέες, αυστηρότερες προδιαγραφές για τα κτίρια ελέγχου των λιμανιών, όπως βιομετρικά σημεία ελέγχου, συστήματα αυτοεξυπηρέτησης και ηλεκτρονικές πύλες (e-gates), αντί του απλού χώρου ελέγχου επιβατών και αποσκευών που προέβλεπε η αρχική μελέτη.
Όπως σημειώνει, η Περιφερειακή Αρχή βρέθηκε μπροστά σε μια ιδιαίτερα δύσκολη κατάσταση και επέλεξε να προχωρήσει στην επικαιροποίηση της μελέτης, αντί να οδηγηθεί σε διάλυση της εργολαβίας, επιδιώκοντας τη διάσωση του έργου.
Ο κ. Γιαννόπουλος επισημαίνει ακόμη ότι οι θέσεις της Περιφερειακής Αρχής έχουν διατυπωθεί επανειλημμένα σε δημόσιες συνεδριάσεις των συλλογικών οργάνων της Περιφέρειας και υπογραμμίζει ότι τα συγκεκριμένα γεγονότα τεκμηριώνονται από υπηρεσιακά έγγραφα και δεν αποτελούν, όπως αναφέρει, ούτε δικαιολογίες ούτε υπεκφυγές.
Μετά την ολοκλήρωση της επικαιροποίησης της μελέτης, η Διεύθυνση Τεχνικών Έργων προχώρησε στην ανασύνταξη του προϋπολογισμού, ο οποίος εγκρίθηκε από το Τεχνικό Συμβούλιο ως προς την τεχνική του αναγκαιότητα και στη συνέχεια υποβλήθηκε στη Διαχειριστική Αρχή της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας για τη σύμφωνη γνώμη.
Ακολούθησε η σύνταξη της πρώτης Συμπληρωματικής Σύμβασης Έργου, μέσω της οποίας ενσωματώθηκαν 152 νέες εργασίες που προέκυψαν από την επικαιροποιημένη μελέτη εφαρμογής. Η δαπάνη της συμπληρωματικής σύμβασης ανήλθε σε 2.433.245,17 ευρώ πλέον ΦΠΑ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 44% του αρχικού προϋπολογισμού, ενώ τον Αύγουστο του 2025 ο σχετικός φάκελος υποβλήθηκε στο Ελεγκτικό Συνέδριο για τον προβλεπόμενο προσυμβατικό έλεγχο.
Στη συνέχεια, το Ελεγκτικό Συνέδριο, με την υπ' αριθμ. 371/2025 προδικαστική πράξη του, ζήτησε από την Περιφέρεια την υποβολή επικαιροποιημένων δικαιολογητικών, καθώς και σειρά διευκρινίσεων σχετικά με τις συμπληρωματικές εργασίες και την αναθεωρημένη μελέτη.
Όπως αναφέρει ο Αντιπεριφερειάρχης, η Περιφέρεια προχώρησε στην προετοιμασία νέου φακέλου, συγκεντρώνοντας τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, τις αποφάσεις των συλλογικών οργάνων της Περιφέρειας και του Δημοτικού Λιμενικού Ταμείου Πύργου, καθώς και τα σχετικά ενημερωτικά σημειώματα και τους αναλυτικούς πίνακες εργασιών.
Τελικά, με την υπ' αριθμ. 291/2026 πράξη του, το Ελεγκτικό Συνέδριο έκρινε ότι δεν μπορεί να υπογραφεί η Συμπληρωματική Σύμβαση, επικαλούμενο τυπικούς λόγους και συγκεκριμένα το γεγονός ότι είχε λήξει η ισχύς της αρχικής σύμβασης λόγω της διάλυσής της και δεν εκκρεμούσε αίτημα παράτασης από τον ανάδοχο.
Ο Βασίλης Γιαννόπουλος δηλώνει ότι σέβεται απολύτως τις αποφάσεις της Ελληνικής Δικαιοσύνης, ωστόσο εκφράζει την άποψη πως η συγκεκριμένη κρίση παρουσιάζει αντιφάσεις. Όπως υποστηρίζει, δεν θα ήταν λογικό να υποβληθεί αίτημα παράτασης, καθώς η διακοπή των εργασιών οφειλόταν στις σοβαρές ελλείψεις της αρχικής μελέτης και η επανεκκίνηση του έργου προϋπέθετε την έγκριση της συμπληρωματικής σύμβασης.
Παράλληλα, σημειώνει ότι οι ελλείψεις της μελέτης, οι οποίες δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από τον ανάδοχο, εμπίπτουν –κατά την άποψή του– στην έννοια των «απρόβλεπτων αναγκών», στοιχείο που συνιστά αυτοτελή λόγο για τη σύναψη συμπληρωματικής σύμβασης.
Μάλιστα, επισημαίνει ότι η συγκεκριμένη ερμηνεία είχε γίνει δεκτή από το ίδιο Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με διαφορετική σύνθεση, στην υπ' αριθμ. 371/2025 πράξη του, χωρίς όμως –όπως αναφέρει– να εξεταστεί από τη σύνθεση που εξέδωσε την τελική απόφαση.

