Μια νέα μελέτη καθόρισε την ηλικία μέχρι την οποία είναι ασφαλές να οδηγούμε, καθώς με το πέρασμα των ετών, η γνωστική παρακμή αυξάνεται...
Εκτός από την απάντηση στο ερώτημα αυτό, η εν λόγω έρευνα τόνισε επίσης τους βασικούς λόγους για τους οποίους ένα άτομο πρέπει να σταματήσει να οδηγεί, προτού επέλθει η γήρανση. Προτού καταλήξουν όμως στο συμπέρασμά τους, οι ειδικοί τονίζουν ότι κανείς δεν πρέπει να οδηγεί όταν υπάρχει κίνδυνος για τον εαυτό του ή τους άλλους χρήστες του οδικού δικτύου.
Αξιολογώντας τα ευρήματα της έρευνας, η μελέτη επισημαίνει πως το 45% των ηλικιωμένων οδηγών που εδώ και χρόνια δεν οδηγούν, σταμάτησαν την οδήγηση με τρόπο που τους είχε υποδειχθεί ή ακόμη χειρότερα επιβληθεί από άτομα του στενού τους κύκλου.
Στο επίμαχο ερώτημα, οι άνθρωποι σταματούν να οδηγούν κατά μέσο όρο σε ηλικία 75 ετών, όπως έδειξαν τα αναλυθέντα αποτελέσματα. Το δείγμα που χρησιμοποιήθηκε για την εξαγωγή αυτού του συμπεράσματος, ήταν μια ομάδα σχεδόν 50 ατόμων που είχαν σταματήσει να οδηγούν, και το 41% αυτών είχε μια αρνητική εμπειρία από τον τρόπο με τον οποίο τους επιβλήθηκε η διακοπή αυτή.
Οι κύριοι λόγοι που οδήγησαν σε αυτήν την απόφαση σχετίζονται κατά 41% με ιατρικές παθήσεις, με προβλήματα μνήμης κατά 36%, με δυσκολίες στην οδήγηση κατά 32% και τη διάγνωση άνοιας κατά 23%.
Ωστόσο, όταν ρωτήθηκαν τα μέλη της οικογένειας των ερευνηθέντων, το 74% αυτών ανέφερε πως ο ηλικιωμένος σταμάτησε να οδηγεί ακούσια, κυρίως λόγω γνωστικών προβλημάτων σε ποσοστό 61%, και εξαιτίας οδηγικών ελλείψεων και κακής φυσικής κατάστασης σε ποσοστό 35%.
Για να αποφευχθούν τυχόν κίνδυνοι κατά την οδήγηση, συνίσταται στα άτομα να υποβάλλονται σε όλες τις απαραίτητες εξετάσεις, που αξιολογούν τόσο την ψυχολογική, όσο και τη φυσική κατάσταση.
Μία ακόμη συμβουλή είναι οι ηλικιωμένοι να οδηγούν συνοδευόμενα από κάποιον όποτε αυτό είναι δυνατόν, και να μην χρησιμοποιούν το αυτοκίνητο σε ώρες αιχμής, σε αντίξοες καιρικές συνθήκες και κατά τη διάρκεια της νύχτας.

