Από τη μία, ο Περιφερειάρχης Νεκτάριος Φαρμάκης μιλά για μια Δυτική Ελλάδα που μετατρέπεται από «προορισμό διέλευσης» σε «προορισμό επιλ...
Από τη μία, ο Περιφερειάρχης Νεκτάριος Φαρμάκης μιλά για μια Δυτική Ελλάδα που μετατρέπεται από «προορισμό διέλευσης» σε «προορισμό επιλογής». Από την άλλη, η μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ αποτυπώνει μια πιο σκληρή πραγματικότητα: περισσότεροι επισκέπτες, αλλά λιγότερα χρήματα, λιγότερες διανυκτερεύσεις και μικρότερη παραμονή.
Και κάπου εδώ προκύπτει το πραγματικό ερώτημα:
Αν ένας τόπος γίνεται πράγματι «προορισμός επιλογής», τότε γιατί οι επισκέπτες φεύγουν πιο γρήγορα και ξοδεύουν λιγότερα;
Γιατί τα στοιχεία δείχνουν πως η Δυτική Ελλάδα εξακολουθεί να λειτουργεί κυρίως ως πέρασμα και όχι ως ολοκληρωμένος τουριστικός προορισμός με ισχυρή ταυτότητα και πολυήμερη παραμονή.
Ναι, έγιναν έργα.
Ναι, βελτιώθηκαν δρόμοι και υποδομές.
Ναι, υπάρχουν εκδηλώσεις και δράσεις εξωστρέφειας.
Όμως ο τουρισμός δεν μετριέται μόνο με αφίξεις και φωτογραφίες εγκαινίων. Μετριέται κυρίως από το πόσο μένει ο επισκέπτης, πόσα ξοδεύει και αν έχει λόγο να επιστρέψει.
Και εκεί η εικόνα γίνεται προβληματική:
+8,5% επισκέψεις
-7,3% διανυκτερεύσεις
-16,8% μέση δαπάνη
-9,8% συνολικά έσοδα
Αυτά δεν είναι στοιχεία «τουριστικής απογείωσης».
Είναι στοιχεία ενός μοντέλου που φέρνει κόσμο, αλλά δεν καταφέρνει να τον κρατήσει.
Η πραγματικότητα είναι πως η Δυτική Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί σε ισχυρό τουριστικό προϊόν, οργανωμένες εμπειρίες, υψηλού επιπέδου υπηρεσίες και διεθνή τουριστική ταυτότητα.
Η Αρχαία Ολυμπία παραμένει ένα παγκόσμιο brand που δεν έχει μετατραπεί σε πολυήμερο προορισμό. Το Κατάκολο συνεχίζει να λειτουργεί περισσότερο ως «στάση κρουαζιέρας» παρά ως μοχλός τοπικής οικονομικής ανάπτυξης. Και πολλές περιοχές εξακολουθούν να μην έχουν ούτε ενιαία στρατηγική ούτε επαρκή τουριστική σύνδεση μεταξύ τους.
Η μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ ουσιαστικά λέει κάτι απλό αλλά κρίσιμο:
η Δυτική Ελλάδα δεν χάνει απαραίτητα επισκέπτες — χάνει αξία ανά επισκέπτη.
Και αυτό είναι πολύ πιο ανησυχητικό.
Διότι ο τουρισμός που βασίζεται μόνο στους αριθμούς αφίξεων μπορεί εύκολα να δημιουργήσει μια ψευδαίσθηση επιτυχίας. Όμως η πραγματική ανάπτυξη φαίνεται στο οικονομικό αποτύπωμα και στη διάρκεια παραμονής.
Άρα το συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο:
Η πολιτική αφήγηση μιλά για «τουριστική αναβάθμιση».
Τα στοιχεία όμως δείχνουν ότι η Δυτική Ελλάδα παραμένει ένας αδύναμος τουριστικός κρίκος, που ακόμη αναζητά ταυτότητα, στρατηγική και ουσιαστικό λόγο ώστε ο επισκέπτης να μείνει περισσότερο και να επενδύσει εμπειρικά και οικονομικά στον τόπο.
Και ίσως τελικά το μεγαλύτερο πρόβλημα να μην είναι οι αριθμοί.
Αλλά η απόσταση ανάμεσα στην επικοινωνιακή εικόνα και την πραγματικότητα.



