Τα τελευταία χρόνια, η καθημερινότητα των ελληνικών νοικοκυριών έχει γίνει πιο δύσκολη. Οι τιμές αυξάνονται σχεδόν σε κάθε τομέα της ζωή...
Η πραγματικότητα αποτυπώνεται στο τραπέζι κάθε οικογένειας.
Το καλάθι του σούπερ μάρκετ κοστίζει περισσότερο, οι λογαριασμοί ηλεκτρικού ρεύματος και νερού απορροφούν μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού, ενώ το κόστος των καυσίμων και των μετακινήσεων επιβαρύνει ιδιαίτερα τους κατοίκους της περιφέρειας.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όμως, δεν είναι μόνο οι αυξήσεις των τιμών. Είναι η απόσταση που χωρίζει τις αυξήσεις αυτές από την εξέλιξη των εισοδημάτων. Όταν ο μισθός αυξάνεται ελάχιστα, αλλά το κόστος των βασικών αγαθών αυξάνεται σημαντικά, ο πολίτης μπορεί να λαμβάνει περισσότερα χρήματα ονομαστικά, αλλά στην πράξη να αγοράζει λιγότερα.
Αυτό σημαίνει ότι πολλοί άνθρωποι αναγκάζονται να περιορίσουν ακόμη και βασικές ανάγκες. Αναβάλλουν επισκέψεις σε γιατρούς, μειώνουν τις αγορές ειδών ένδυσης, περιορίζουν τις εξόδους ή δυσκολεύονται να ανταποκριθούν σε απρόβλεπτα έξοδα. Για αρκετές οικογένειες, κάθε μήνας είναι μια άσκηση ισορροπίας ανάμεσα στα απαραίτητα και σε όσα πλέον θεωρούνται πολυτέλεια.
Στην επαρχία, οι δυσκολίες είναι συχνά μεγαλύτερες. Οι αποστάσεις είναι μεγαλύτερες, οι δημόσιες συγκοινωνίες περιορισμένες και η χρήση ιδιωτικού αυτοκινήτου σχεδόν αναγκαία. Το κόστος μετακίνησης, σε συνδυασμό με τις αυξημένες τιμές των καυσίμων, επιβαρύνει σημαντικά τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Παράλληλα, οι μικρές επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με αυξημένα λειτουργικά έξοδα. Η ενέργεια, οι πρώτες ύλες, οι ασφαλιστικές εισφορές και η μειωμένη καταναλωτική δυνατότητα των πολιτών δημιουργούν ένα ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον. Όταν ο καταναλωτής περιορίζει τις αγορές του, επηρεάζεται ολόκληρη η τοπική οικονομία.
Τα ερωτήματα που ζητούν απαντήσεις είναι πολλά:
Γιατί οι μισθοί δεν συμβαδίζουν με τις αυξήσεις των τιμών;
Ποια μέτρα μπορούν να ενισχύσουν την αγοραστική δύναμη των πολιτών;
Πόσο έχει αυξηθεί πραγματικά το κόστος διαβίωσης τα τελευταία χρόνια;
Ποιες κοινωνικές ομάδες πλήττονται περισσότερο;
Ποιες πολιτικές μπορούν να στηρίξουν τις οικογένειες, τους νέους και τους συνταξιούχους;
Το κόστος ζωής δεν είναι απλώς ένας οικονομικός δείκτης. Είναι ένας καθρέφτης της ποιότητας ζωής, της κοινωνικής συνοχής και της προοπτικής μιας χώρας. Όσο οι τιμές αυξάνονται ταχύτερα από τα εισοδήματα, τόσο περισσότερο μεγαλώνει η αβεβαιότητα για το μέλλον.
Το ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει όλους δεν είναι μόνο πόσο ακριβή έγινε η ζωή. Είναι αν η εργασία εξακολουθεί να εξασφαλίζει αξιοπρεπή διαβίωση και αν οι νέες γενιές μπορούν να σχεδιάσουν το μέλλον τους με αισιοδοξία.
Το ερώτημα που βασανίζει κάθε νοικοκυριό σήμερα είναι απλό: «Αφού όλα γύρω μου ακριβαίνουν, γιατί ο μισθός μου μένει ίδιος ή δεν φτάνει;»
Το φαινόμενο αυτό, όπου οι τιμές των αγαθών καλπάζουν ενώ οι αμοιβές της εργασίας κινούνται με ρυθμούς χελώνας, δεν είναι σύμπτωση. Είναι το αποτέλεσμα μιας βαθιάς ανισορροπίας στην οικονομία, η οποία οφείλεται σε τρεις συγκεκριμένους μηχανισμούς.
1. Ο πληθωρισμός της απληστίας (Greedflation)
Όταν ξεκίνησε η ενεργειακή κρίση, οι ανατιμήσεις στα ράφια δικαιολογούνταν από την άνοδο του κόστους των καυσίμων και των πρώτων υλών. Όμως, ακόμα και όταν οι διεθνείς τιμές της ενέργειας και των σιτηρών υποχώρησαν, οι τιμές στα super market δεν επέστρεψαν ποτέ στα προηγούμενα επίπεδα.
Πολλές μεγάλες πολυεθνικές και εγχώριες επιχειρήσεις (ιδιαίτερα στους κλάδους των τροφίμων, των καυσίμων και των τραπεζών) διατήρησαν τις τιμές ψηλά για να διογκώσουν τα περιθώρια κέρδους τους. Αυτό οικονομολόγοι και διεθνείς οργανισμοί το ονομάζουν «πληθωρισμό των κερδών». Ενώ δηλαδή ο καταναλωτής χάνει αγοραστική δύναμη, τα εταιρικά κέρδη καταγράφουν ιστορικά ρεκόρ.
2. Η υστέρηση των μισθών (Wage Lag)
Οι τιμές στην αγορά μπορούν να αλλάξουν μέσα σε μια νύχτα με το πάτημα ενός κουμπιού. Οι μισθοί, όμως, δεν λειτουργούν έτσι. Για να αυξηθεί ένας μισθός απαιτούνται:
Χρονοβόρες διαπραγματεύσεις για συλλογικές συμβάσεις.
Κυβερνητικές αποφάσεις για τον κατώτατο μισθό, οι οποίες συνήθως καθυστερούν μήνες ή και χρόνια.
Απροθυμία των εργοδοτών, οι οποίοι επικαλούνται το αυξημένο λειτουργικό τους κόστος για να παγώσουν τις αμοιβές.
Αυτή η χρονική υστέρηση σημαίνει ότι ακόμα κι αν πάρετε μια αύξηση $5\%$ στον μισθό σας φέτος, αυτή έρχεται να καλύψει έναν πληθωρισμό που έχει ήδη «ροκανίσει» το εισόδημά σας κατά $10\%$ ή $15\%$ τα προηγούμενα χρόνια. Είστε, δηλαδή, μόνιμα χαμένοι στην κούρσα με την ακρίβεια.
3. Το δομικό αδιέξοδο της στέγασης
Οι επίσημοι δείκτες πληθωρισμού συχνά υποτιμούν το πραγματικό βάρος που σηκώνει ένας εργαζόμενος, επειδή υπολογίζονται με βάση ένα γενικό «καλάθι του καταναλωτή». Στην πραγματικότητα, όμως, το κόστος ζωής εκτοξεύεται από δύο ανελαστικές δαπάνες: τη στέγαση (ενοίκια, real estate) και την ενέργεια.
Όταν τα ενοίκια στις πόλεις αυξάνονται κατά $30\%$ έως $50\%$ μέσα σε λίγα χρόνια (λόγω του τουρισμού, του Airbnb και της έλλειψης σπιτιών), ένα τεράστιο κομμάτι του μισθού —συχνά πάνω από το μισό— φεύγει πριν καν ξεκινήσει ο μήνας. Αυτό το χρήμα λείπει από την αγορά, μειώνοντας την ποιότητα ζωής.
Ο φαύλος κύκλος του «Σπιράλ»: Οι κεντρικές τράπεζες συχνά φοβούνται να αυξήσουν απότομα τους μισθούς, επικαλούμενες τον κίνδυνο ενός «σπιράλ μισθών-τιμών» (ότι οι υψηλότεροι μισθοί θα φέρουν νέα ακρίβεια). Όμως, στην παρούσα φάση, η ακρίβεια δεν οδηγείται από τους μισθούς, αλλά από το κόστος παραγωγής και τα υψηλά επιχειρηματικά κέρδη.
Όσο τα εισοδήματα παραμένουν καθηλωμένα σε επίπεδα περασμένων δεκαετιών και οι τιμές προσαρμόζονται στα νέα διεθνή δεδομένα, η μεσαία τάξη θα συνεχίσει να συμπιέζεται. Η λύση δεν είναι τα πάσης φύσεως «pass» και τα προσωρινά βοηθήματα, αλλά ο αυστηρός έλεγχος των μονοπωλίων στην αγορά και η πραγματική σύνδεση των μισθών με το πραγματικό κόστος διαβίωσης.
Για να καταλάβουμε πώς ακριβώς ο πληθωρισμός «κλέβει» χρήματα από την τσέπη μας, πρέπει να διαχωρίσουμε δύο έννοιες: τον ονομαστικό μισθό (το ποσό που γράφει το εκκαθαριστικό μας) και τον πραγματικό μισθό (την αγοραστική δύναμη, δηλαδή το πόσα πράγματα αγοράζουμε με αυτά τα χρήματα).
Ας δούμε ένα καθαρό παράδειγμα με απλά μαθηματικά για να γίνει απολύτως σαφές.
Το Σενάριο
Έστω ότι ένας εργαζόμενος παίρνει σταθερό μισθό 1.000€ καθαρά τον μήνα.
Την επόμενη χρονιά, ο επίσημος πληθωρισμός τρέχει με 10%.
Αυτό σημαίνει ότι ένα καλάθι με προϊόντα και υπηρεσίες που πέρυσι κόστιζε 1.000€, φέτος κοστίζει 1.100€.
Ο Υπολογισμός της Απώλειας
Αν ο μισθός του εργαζόμενου παραμείνει στα 1.000€, η νέα πραγματική αγοραστική του δύναμη υπολογίζεται αν διαιρέσουμε τον μισθό με τον δείκτη του πληθωρισμού (1 + 0,10):
$$\text{Πραγματικός Μισθός} = \frac{1.000\text{€}}{1,10} \approx 909\text{€}$$
Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Ο εργαζόμενος συνεχίζει να βλέπει 1.000€ στον τραπεζικό του λογαριασμό, αλλά η αγοραστική του δύναμη έχει πέσει στα 909€. Είναι σαν ο εργοδότης ή η οικονομία να του έκαναν μείωση μισθού κατά 91€ τον μήνα (σχεδόν έναν ολόκληρο μισθό χαμένο το έτος), χωρίς να αλλάξει ούτε ένα ψηφίο στο συμβόλαιό του.
Η Ψευδαίσθηση της «Αύξησης»
Το πρόβλημα γίνεται ακόμα πιο έντονο όταν δίνεται μια μικρή αύξηση, η οποία όμως υπολείπεται του πληθωρισμού.
Αν ο ίδιος εργαζόμενος πάρει αύξηση 5% και ο μισθός του γίνει 1.050€, με τον πληθωρισμό πάντα στο 10%, η αγοραστική του δύναμη διαμορφώνεται ως εξής:
$$\text{Πραγματικός Μισθός} = \frac{1.050\text{€}}{1,10} \approx 954\text{€}$$
Το συμπέρασμα: Παρόλο που ο εργαζόμενος πήρε αύξηση 50€ και νιώθει ότι αμείβεται καλύτερα, στην πραγματικότητα είναι φτωχότερος κατά 46€ σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.
Αυτός είναι ο λόγος που η μεσαία και η χαμηλή εισοδηματική τάξη πιέζονται ασφυκτικά. Για να μείνει η αγοραστική δύναμη ακριβώς η ίδια, η αύξηση των αμοιβών πρέπει να είναι τουλάχιστον ίση με τον πληθωρισμό. Οτιδήποτε λιγότερο είναι μια αθόρυβη, σταδιακή μείωση του βιοτικού επιπέδου.
